ΕιδήσειςΤοπικά νέα

Ομιλία του Σεβ. Μητροπολίτου Γλυφάδας την Κυριακή των Βαΐων το βράδυ

Αἰῶνες τώρα, τά Εὐαγγελικά κείμενα καί ἡ ὑμνολογία τῆς Ἐκκλησίας μας , μᾶς δείχνουν τόν τρόπο γιά να ζήσουμε τήν Μυσταγωγία τῶν Ἁγίων Παθῶν τοῦ Χριστοῦ μας. Οἱ Ἀκολουθίες τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδος, εἶναι ἀνεξάντλητη πηγή ἐσώτατης κατάνυξης, ἐπειδή, κάθε φορά πού εἰσερχόμαστε στό Ναό, δέν παραμένουμε ἁπλοῖ θεατές ἑνός Θείου δράματος, ἀλλά συμμετέχουμε στό σωτήριον Πάθος τοῦ Θεανθρώπου.

Ἔτσι, σήμερα τό πρωί εἴδαμε τόν Βασιλέα τῶν Βασιλευόντων, νά εἰσέρχεται στά Ἱεροσόλυμα, καί Τόν ὑποδεχθήκαμε, «μετά βαΐων καί κλάδων». Ἡ εἴσοδος τοῦ Ἰησοῦ «εἰς τήν Πόλιν τήν Ἁγίαν», ἦταν ἡ ἀρχή τῆς πορείας Του, πρός τό δικό Του Πάθος, τήν θυσία πού Ἐκεῖνος, μόνος Του ἐπέλεξε, γιά χάρη τοῦ καθενός μας.

Ὁ Χριστός μας, λοιπόν, ἦλθε καί αὐτή τή χρονιά, ἐδῶ, στήν Ἐκκλησία Του, καί στήν Τοπική μας Ἐκκλησία, τόν τόπο συνάντησης μέ τόν λαό Του, ὅπως πῆγε τότε στήν παλαιά Ἱερουσαλήμ. Καί οἱ χριστιανοί, Τόν ὑποδεχθήκαμε μέ πολλές τιμές. Καλωσωρίσαμε τόν Κύριό μας, ὄχι σάν ἕναν θριαμβευτή-ἐπίγειο ἡγέτη, ἀλλά, σάν τόν αἰώνιο, πνευματικό Βασιλέα μας.

Ὅμως ὁ Θεάνθρωπος, δέν παρέμεινε στήν θριαμβευτική εἴσοδο, δέν περιωρίστηκε στό πανηγύρι μας, δέν ἔδωσε σημασία στίς πρόσκαιρες τιμές. Πορεύεται πρός τόνΣταυρό, «πρός τό ἑκούσιον Πάθος», γιατί ἐπείγεται νά σταυρώσῃ τήν ἁμαρτία, νά θανατώσει τόν θάνατο καί νά ἀναστήσει τόν ἄνθρωπο.

«Ἐρχόμενος ὁ Κύριος», μᾶς καλεῖ καί πάλι κοντά Του, μᾶς προτρέπει νά Τόν ἀκολουθήσουμε. Τό «Ἀκολούθει μοι», πού εἶπε κάποτε στόν Φίλιππο, στόν Πέτρο, στόν Ματθαῖο, εἶναι πρόσκληση διαχρονική καί ἀσίγαστη, πρός κάθε ἄνθρωπο. Αὐτήν τήν πρόσκληση στήν αἰώνια ζωή, μᾶς ἀπευθύνει ὁ Θεάνθρωπος καί ἀπόψε, καθώς στέκει ἐμπρός μας, ἔχοντας ἀποβάλλει τό ἔνδυμα τῆς βασιλικῆς Του δόξας, καλυμμένος μέ τόν χιτώνα τῆς παντοδύναμης ἀγάπης Του.

Στέκεται ἐμπρός μας, καί μᾶς μιλᾶ μέ τήν εὔλαλη σιωπή Του, ὡς Νυμφίος. Ὡς, «ὁ Νυμφίος τῆς Ἐκκλησίας. Πού ἔρχεται ξαφνικά, μέσα στό βαθύ σκοτάδι τῆς πνευματικῆς μας νύχτας, γιά νά μᾶς φωτίσει. Ἡ Ἁγιοπνευματική ἐμπειρία τοῦ ὑμνο-γράφου, μᾶς διαβεβαιώνει λυτρωτικά, πώς, εὐτυχισμένος θά εἶναι ὅποιος δοῦλος, ἐκείνη τήν ὥρα, θά ξαγρυπνᾶ γιά χάρη τοῦ Νυμφίου.

Αὐτό ὅμως σημαίνει, πώς ἄν θέλουμε, νά μήν χάσουμε ἀπό τά μάτια μας τό Χριστό, καί νά βρεθοῦμε κοντά Του στήν Ἀναστάσιμη δόξα Του, τότε πρέπει νά Τόν ακολουθήσουμε. Αὐτήν τήν συμπόρευση, μᾶς υπενθύμιζει σήμερα ἡ Ἐκκλησία μας. Τί μᾶς λέει ἡ μάνα Ἐκκλησία; «Συμπορευθῶμεν Αὐτῷ καί συσταυρωθῶμεν».

Ἀκοῦτε ἀδελφοί; Προσκληθήκαμε νά μή σταθοῦμε παρατηρητές τῶν γεγονότων, ἀλλά, νά ζήσουμε τά Ἅγια Πάθη ὡς συνοδοιπόροι, συμπάσχοντες στόν πόνο, τῆς δικῆς μας ἁμαρτωλότητας. Ἀκολουθῶ τόν Χριστό στή σταυρική Του θυσία, σημαίνει, ὅτι τοῦ δίνω τόν πρῶτο λόγο στήν ζωή μου, καί ἐπιθυμῶ, τό θέλημά μου, νά εἶναι ταυτόσημο μέ τό δικό Του. Ἄρα, μετανοῶ. Ἀλλάζω, δηλαδή, τρόπο σκέψης, καί ἐπιδιώκω, μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ, νά σταματήσω τά λάθη, τίς πτώσεις, τίς ἀστοχίες μου.

Ἄν θέλουμε νά συμπορευθοῦμε μαζί πρός τόν Ἀναστημένο Χριστό, πρέπει νά σταυρώσουμε κι ἐμεῖς τίς δικές μας ἁμαρτίες καί τά ἐγωκεντρικά πάθη μας. Ὅταν στραφοῦμε πρός τά ἐσώτατα τῆς ψυχῆς μας μέ εἰλικρινή ταπείνωση, τότε μποροῦμε νά ἐντοπίσουμε, νά προσδιορίσουμε, νά ἐπισημάνουμε, καί ἔπειτα, μέ τή χάρη τοῦ Παναγίου Πνεύματος, νά ξεριζώσουμε τά πάθη, ἀπό τά ἔγκατα τοῦ εἶναι μας. Ὅσο βαθύτερα ἑστιάζουμε στήν ψυχή μας, τόσο περισσότερο παρέχουμε τήν δυνατότητα στό Θεό, νά μᾶς συν-αρπάσει, καί νά μᾶς ἀξιώσει τῆς συ-Σταύρωσης καί τῆς συν-Ανάστασής Του. Ἄν πάλι δέν ἔχουμε τήν δύναμη, ἄς παρακαλέσουμε τόν Ἴδιο τόν Χριστό, νά μᾶς βοηθήσει. Καί τότε ὁ γλυκύτατος Ἰησοῦς, θά μᾶς περιμένει νά συνοδοιπορήσουμε.

Βρισκόμαστε ἤδη στήν Ἁγία καί Μεγάλη Δευτέρα. Στήν προσωπική μας πορεία εἰσόδου στά Ἱεροσόλυμα, ὀφείλουμε νά ξεκαθαρίσουμε μέσα μας, ἐάν θέλουμε νά μιμηθοῦμε τόν δίκαιο Ἰωσήφ. Ἐάν θέλουμε, νά ἐγκαταλείψουμε τά πράγματα πού περιτυλίγουν ἐξωτερικά τήν ψυχή μας, νά γυμνώσουμε τόν ἑαυτό μας ἀπό τά πάθη μας καί ὅσα ἀνώφελα, μᾶς περιτριγυρίζουν. Νά ἐπιδιώξουμε, δηλαδή, τήν δυνατή σχέση, πού εἶχε ὁ Ἰωσήφ μέ τά ἰδανικά, τίς ἀξίες, τίς ἀρετές, πού ὑψώνουν τόν ἄνθρωπο στά μάτια τοῦ Θεοῦ.

Παράλληλα, νά προσέξουμε, νά μήν ὁμοιάσουμε μέ τήν ἄκαρπη συκιά, μέ τή ζωή μας νά κυλᾶ ἀνούσια, ἰσοπεδωτικά, ἄγευστα, ἔξω ἀπό τήν χάρη τοῦ Θεοῦ. Γιατί, ὅπως καταλαβαίνετε, μιά τέτοια ζωή, μᾶς καταντᾶ ἀμέτοχους τῶν δωρεῶν, πού ἀπορρέουν ἀπό τά ἑκούσια Παθήματα καί τήν Σταυρικήν Θυσία, τοῦ Λυτρωτή μας.

Μεθαύριο, θά συναντήσουμε στήν πορεία μας, τήν εὐλογημένη Πόρνη, πού μίσησε τήν ἁμαρτία της, καί πόθησε τήν λύτρωση τοῦ Θεοῦ. Συνοδοιπορία μέ τήν βεβυθισμένη στήν ἁμαρτία γυναίκα, σημαίνει νά κατέβουμε ἀπό τό ἅρμα τῆς ὑπερηφάνειας, καί νά δοῦμε πρόσωπο πρός πρόσωπο, τόν ταλαιπωρημένο καί σκλαβωμένο ἀπό τά πάθη, ἑαυτό μας. Νά δοῦμε, ὄχι τήν ψεύτικη ὀμορφιά τοῦ προσωπείου μας, ἀλλά νά ἐπιχειρήσουμε, νά εἰσχωρήσουμε στήν ἄβυσσο τῆς ψυχῆς μας. Νά ἀνακαλύψουμε τό μέγεθος τῆς ζημιᾶς, πού ἔχουμε προξενήσει στήν κάποτε ἀλώβητη ψυχή μας. Καί νά ξυπνήσουμε. Νά παρακαλέσουμε τόν Θεό μας, νά μᾶς λυπηθεῖ καί νά μᾶς σώσει.

Γιατί ὅσο κι ἄν εἴμαστε νεκρωμένοι ἀπό τήν ἁμαρτία, ὅποια κι ἄν εἶναι ἡ κατάντια μας, ὁ Χριστός μπορεῖ, μέ τήν δύναμη τῆς θεϊκῆς Του ἀγάπης, μπορεῖ νά σπάσει τήν σκληρότητα τῆς πέτρινης καρδιᾶς μας.

Σάν εἰσέλθουμε μαζί Του στόν κήπο τῆς Γεθσημανῆ, ἄς προσέξουμε, μήπως Τόν προδώσουμε, μήπως Τόν ἀρνηθοῦμε, μήπως Τόν ἐγκαταλείψουμε. Μήν ἀφήσουμε τόν Χριστό μας μόνο Του. Ἄν ἔχουμε κουραστεῖ ἤ ἄν ἔχουμε λιγοψυχήσει, ἄς Τοῦ ζητήσουμε νά μᾶς φέρει μπροστά στόν Σταυρό, κρατώντας μας, ἀπό τό χέρι.

Γιατί, γνωρίζουμε πολύ καλά, πώς ὅταν μᾶς δεῖ νά λυγίζουμε, θά μᾶς κοιτάξει μέ τό στοργικό Του βλέμμα καί θά μᾶς πεῖ : «Θάρσει τέκνον». Καί τότε θά πάρουμε ὅση δύναμη χρειάζεται, καί θ’ ἀνέβουμε μαζί Του, πάνω στόν Σταυρό τῆς Ἀγάπης.

Καί νά, πού ἡ πορεία μας, φθάνει στόν Σταυρό. Ἕναν Σταυρό κάποτε ἀτιμωτικό, που πλέον εἶναι Τίμιος, Πανσέβαστος καί Ζωηφόρος. Νά σταθοῦμε κάτω ἀπό τό ὑποπόδιον τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ, μαζί μέ τήν Θεοτόκο, τόν ἠγαπημένο Μαθητή, τίς ἄλλες Μαρίες, καί νά προσκυνήσουμε τόν «ἀδίκως σταυρούμενον» πάνω στόν παράδοξο θρόνο τῆς Βασιλείας Του.

Κι ὅταν τά λόγια μας θά ἔχουν στερέψει, ἴσως ν’ ἀκούσουμε μέσα στή σιγή τῆς πενθούσης νυχτιᾶς, τά σφραγισμένα χείλη τῆς Σταυρωμένης Ἀγάπης, νά μᾶς ρωτοῦν: «Ἐσύ παιδί μου, τί κάνεις γιά νά σώσεις τήν ψυχή σου; Μέ ἀκολουθεῖς;». Μακάριος, ἀδελφοί μου, πού ἐκείνη τήν ὥρα θά ψελλίσει τό, «Μνήσθητί μου Κύριε, ὅταν ἔλθης ἐν τῇ Βασιλείᾳ Σου». Τότε, εἶναι ἡ ὥρα τῆς ἑκούσιας, προσωπικῆς μας Σταύρωσης.

Καί τήν ἑπομένη, Μεγάλη Παρασκευή, τήν ἡμέρα πού σύμπασα ἡ κτίση θρηνεῖ, βλέποντας τόν Δημιουργό της, νά κατέρχεται ἀπό τήν κορυφή τοῦ Γολγοθά, ὡς τέλειος ἄνθρωπος, νεκρός, γιά νά τεθεῖ στόν ἄδειο τάφο, δέν ἔχουμε τίποτε ἄλλο νά πράξουμε, παρά νά δώσουμε στά χέρια τοῦ Ἀθανάτου, τήν κουρασμένη, τήν πονεμένη, τήν πληγωμένη ζωή μας.