ΆρθραΘεολογικά

Το κήρυγμα | του αρχιμ. Ιακώβου Κανάκη

Το πρώτο που μπορεί να λεχθεί ως προς το κήρυγμα είναι ότι πρόκειται για μια σοβαρότατη διακονία μέσα στην Εκκλησία, πρόκειται για ιερουργία, η οποία ξεκινά από τον ίδιο τον Χριστό, αλλά και τους μαθητές Του αφού διαβάζουμε: «Πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τά ἔθνη…» (Μτθ. 28,19). Ο απόστολος Παύλος επίσης αναφέρει το «οὐαί δέ μοί ἐστίν ἐάν μή εὐαγγελίζομαι» ενώ και στον μαθητή του τον Τιμόθεο λέει ευθαρσώς «κήρυξον τόν λόγον». Αργότερα και οι Kανόνες της Εκκλησίας θα ακολουθήσουν την ίδια οδό για τους κληρικούς, αφού θα ορίσουν ότι είναι χρέος των επισκόπων και των πρεσβυτέρων να κηρύττουν τον λόγο. Αναφέρεται: «Ἐπίσκοπος ἤ πρεσβύτερος, ἀμελῶν τοῦ κλήρου καί τοῦ λαοῦ καί μή παιδεύων αὐτούς τήν εὐσέβειαν, ἀφοριζέσθω, ἐπιμένων δέ τῇ ἀμελείᾳ καθαιρείσθω» (68ος των Αγίων Αποστόλων). Στην ίδια συχνότητα  βρίσκεται και ο 19ος κανόνας της ΣΤ´ Οικουμενικής Συνόδου, όπου σε απλή γλώσσα αναφέρει ότι οι πρεσβύτεροι των εκκλησιών, όλες τις ημέρες και μάλιστα τις Κυριακές πρέπει να διδάσκουν τον κλήρο και τον λαό τον λόγο του Ευαγγελίου.[1] Βλέπουμε λοιπόν πόσο επιβεβλημένο είναι να κηρύττει ο ιερέας, αφού όντως, όπως είπαμε, το κήρυγμα αποτελεί μια υψηλή διακονία μεγάλης ευθύνης. Για τους ιερείς που έχουν συνείδηση αυτής της ευθύνης, δεν υπάρχει φυσικά η λέξη «πρέπει», αλλά κηρύττουν επειδή το νιώθουν και το επιθυμούν.

Είναι γεγονός ότι παλαιότερα δεν κήρυτταν όλοι οι ιερείς, αλλά κυρίως αυτοί που είχαν την ικανότητα, αυτό το χάρισμα και αυτήν την ευλογία-άδεια από τον Επίσκοπό τους. Ήταν λίγοι οι κληρικοί αυτοί, οι λεγόμενοι «κήρυκες του θείου λόγου» ή  «ιεροκήρυκες», λίγοι αλλά  εκλεκτοί και βέβαια πασίγνωστοι για την μόρφωσή τους και την πνευματικότητά τους. Σήμερα τα πράγματα έχουν αλλάξει. Πολλοί είναι οι νέοι κληρικοί που κηρύττουν. Αυτό όμως είναι, όπως λένε οι πιό ειδικοί, και καλό και «κακό». Καλό γιατί περισσότεροι άνθρωποι έχουν την ευκαιρία να ακούνε τον λόγο του Θεού. Από την άλλη όμως, δεν είναι πάντοτε το κήρυγμα τόσο προετοιμασμένο όσο χρειάζεται. Κάποιες φορές δεν είναι λόγος Θεού και έτσι κάπου χάνεται η ουσία του κηρύγματος. Χρησιμοποιούνται βέβαια πολλοί φιλοσοφικοί όροι ή ρητορικά σχήματα ή βαρύγδουπες λέξεις και εκφράσεις, αλλά χωρίς να επιτυχγάνεται το επιθυμητό αποτέλεσμα.  Συχνά  καταλήγουν οι ακροατές στην έκφραση «ωραία τα είπε αλλά δεν θυμάμαι τίποτα». Σε αυτό βέβαια έχουν ευθύνη και οι ίδιοι οι ακροατές.

Σήμερα συμβαίνει και κάτι άλλο σχετικό με την διάρκεια του κηρύγματος. Ο χρόνος του κηρύγματος προκαλεί δυσφορία  στο λαό και δεν φταίνε πάντα οι ίδιοι που εν πολλοίς είναι απρόθυμοι στην ακρόαση. Είναι τότε που το κήρυγμα εκτρέπεται σε αλλότρια θέματα. Δεν περιέχει λόγο θεολογικό, δεν σχετίζεται με τον λόγο του Θεού. Υπάρχουν φυσικά καί πρακτικά προβλήματα. Έτσι, το κήρυγμα δεν έχει κάποια δομή, δεν έχει αρχή και τέλος, δεν υπάρχει συνοχή, ούτε κάποια φυσική ροή ώστε να καταλήγει κάπου, με αποτέλεσμα  ο πιστός να πελαγοδρομεί. Στην ουσία,  για την λίγη ώρα που μας προσφέρουν οι πιστοί την προσοχή τους, χάνουμε μια σημαντική ποιμαντική ευκαιρία ψυχικής οικοδομής και κατηχήσεως.

Το κήρυγμα είναι ανάγκη να λαμβάνει χώρα σε συγκεκριμένες στιγμές μέσα στην λατρεία. Ειδικά στην θεία λειτουργία, το κήρυγμα γίνεται, από παλαιά, μετά την ανάγνωση του Ευαγγελίου και όχι πριν την μετάληψη των Τιμίων Δώρων. Αυτό γιατί την ώρα εκείνη έχουμε «προπαρασκευή», προετοιμασία των πιστών για την θεία κοινωνία. Η θέση του στήν θεία λειτουργία είναι μετά τα αναγνώσματα, γιατί το κήρυγμα κατά βάση στηρίζεται στην Βίβλο, κυρίως στην Καινή Διαθήκη (παλαιότερα και στην Παλαιά). Γίνεται, επίσης, τότε που τα κείμενα είναι «φρέσκα» στην ακοή των πιστών και έτσι μπορούν να τα «πλησιάσουν» ευκολότερα και να εμβαθύνουν στα νοήματά τους.

Για την θέση του κηρύγματος στην θεία λειτουργία γίνεται αρκετός λόγος γιατί, όπως είπαμε, δεν υπάρχει ομοιομορφία ως προς τον χρόνο που πραγματοποιείται. Ο καθηγητής Ι. Φουντούλης, ο «πρύτανης» των καθηγητών της λειτουργικής, είναι σαφής και ξεκάθαρος σχετικά με το θέμα. Αναφέρει πως ο χρόνος του «Κοινωνικού» είναι πολύ σημαντικός για την προετοιμασία των πιστών για την θεία κοινωνία και δεν είναι χρόνος για «ευσεβείς διδασκαλίες».[2]  Προσθέτει: «Αν ο λειτουργός είναι και ομιλητής, όπως πρέπει κατ᾽ αρχήν να είναι, η ώρα του κοινωνικού είναι γι᾽ αυτόν πολύτιμη και κατάλληλη μόνο για να κοινωνήσει και να προετοιμάσει την κοινωνία του λαού. Αν δεν είναι ομιλητής ο ίδιος, ακόμα χειρότερα, γιατί υποβαθμίζεται το κήρυγμα για τους άλλους και όχι κατά πρώτο λόγο για τους λειτουργούς, που δεν είναι δυνατόν εκείνη την ώρα και να κοινωνούν και να ακροώνται».[3]

Είναι όμως γεγονός ότι υπάρχει στις μέρες μας ένα σοβαρό θέμα. Γνωρίζουμε ότι ο κόσμος δεν έρχεται νωρίς στον ναό για να εκκλησιαστεί για διάφορους λόγους. Αν γίνεται λοιπόν το κήρυγμα μετά το Ευαγγέλιο, θα μιλούμε σε άδειους ναούς. Ο καθηγητής Φουντούλης και σε αυτό απαντά ότι έτσι καλλιεργούμε «υποσυνείδητα μια ανατροπή των αξιών…όπου το κήρυγμα τίθεται σε πλεονεκτικότερη θέση από την τέλεση του μυστηρίου της θείας ευχαριστίας…».[4]

Ένα άλλο σημαντικό θέμα είναι ότι ο κήρυκας όταν θελήσει να μιλήσει πρέπει να προετοιμαστεί. Κάνει εντύπωση ότι σπουδαίοι θεολόγοι και κληρικοί ποτέ δεν ανέβαιναν στον άμβωνα χωρίς κατάλληλη προετοιμασία. Είχαν  πάντοτε την καλή «αγωνία», το «καλό άγχος» του κηρύγματος. Πότε ξεκινάει η προετοιμασία αυτή; Ξεκινάει από την στιγμή που τελειώνει το προηγούμενο κήρυγμα. Όλη την εβδομάδα ο ιερέας μέσα στον νου του επεξεργάζεται το θέμα στο οποίο θα αναφερθεί. Αφού το σκεφθεί και το διαλεχθεί μέσα του -και με άλλους- προσπαθεί να συσπειρώσει τις ιδέες. Λαμβάνει υπόψιν του βοηθήματα και «ζυμώνει» σιγά-σιγά αυτά που κεντρίζουν το ενδιαφέρον του. Δεν χρειάζεται ούτε επανάληψη, ούτε αντιγραφή κάποιου κειμένου, ούτε φυσικά μίμηση κάποιου προσώπου. Ο καθένας έχει τον δικό του ξεχωριστό τρόπο να εκφέρει τον λόγο. Διαφορετικά προσεγγίζει ο κάθε κληρικός ή θεολόγος την ίδια αλήθεια και αυτό έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον.

Η από στήθους εκφώνηση είναι πάντοτε καλύτερη, αφού υπάρχει αμεσότερη επικοινωνία με τους εκκλησιαζόμενους. Ο τρόπος όμως αυτός έχει «κινδύνους», όπως η επέκταση σε άλλα παρεμφερή ζητήματα ή ακόμα παράταση του χρόνου ομιλίας, που κουράζει και δημιουργεί δυσφορία. Ο ιδανικός χρόνος κηρύγματος μέσα στην θεία λειτουργία, σύμφωνα με την γνώμη των λειτουργιολόγων, κυμαίνεται, εκτός εξαιρέσεων, από 10 έως 15 λεπτά.[5]

Εκτός όμως από αγιογραφικό, που είναι κατά βάση το κήρυγμα, είναι και πατερικό γιατί οι Πατέρες της Εκκλησίας είναι αυτοί που ερμηνεύουν θεόπνευστα την Αγία Γραφή. Υπάρχει σήμερα μετεφρασμένος και άρα ευκολότερα προσβάσιμος αρκετός τέτοιος πλούτος βιβλίων και μελετών.

Επίσης, το κήρυγμα χρειάζεται να είναι εκτός από δομημένο και σαφές, άμεσο και επίκαιρο.   Να έχει, δηλαδή, μια πορεία με ξεκάθαρες ιδέες. Η αμεσότητα είναι και αυτή μια ιδιαίτερη κατάσταση, είναι καρπός χαρίσματος, κάποιας δυνατότητας του κήρυκα να συνδέει το «τότε» με το «τώρα». Χρειάζεται προσπάθεια και φωτισμός για να καταδειχθεί για παράδειγμα, πώς ένα ιστορικό γεγονός της Αγίας Γραφής, μπορεί να αφορά στην σύγχρονη εποχή.

Επιπροσθέτως, «επιτυχία» είναι ο πιστός να πει εσωτερικά ότι αυτό που λέει ο ιερέας τώρα με ενδιαφέρει, με αφορά, το «λέει για μένα». Καλλιεργεῖ τότε την «αποστολική του διαδοχή» ο κληρικός όταν το κήρυγμα γίνεται το μέσο ώστε ο πιστός να προβληματιστεί και θελήσει να «αναβαπτιστεί», να κινηθεί προς τον Θεό.

Πέρα από τον τρόπο, το χρόνο και το περιεχόμενο του κηρύγματος, αυτό που έχει την μεγαλύτερη σημασία είναι ο λόγος του κήρυκα να είναι λόγος καρδιάς και όχι αυτό που μας κατηγορούν πολλοί, δηλαδή «ξύλινος λόγος». Συχνά, ο λόγος μας γίνεται ακατανόητος και βρίσκεται εκτός πραγματικότητας, αλλά αυτό δέν σημαίνει ότι πρέπει να οδηγηθούμε σε μια ακραία εκλαΐκευση ή σε λαϊκισμό. Κάθε άλλο, η γλώσσα μας είναι πλούσια και μπορεί να αποδώσει θαυμάσια τις μεγάλες αλήθειες της Πίστης μας. Έτσι με προσοχή και με γνώση της πραγματικότητας της κοινωνίας μεταφέρουμε τα μηνύματα του Ευαγγελίου. Λαμβάνουμε υπόψη μας ότι απευθυνόμαστε σε νέους και σε μεγαλύτερους, σε περισσότερο ή λιγότερο πεπαιδευμένους ανθρώπους, σε πιστούς που εκκλησιάζονται ενσυνήδειτα ή σε κάποιους άλλους που από «καθήκον» βρέθηκαν στην ιερή Σύναξη. Όλα αυτά συνυπολογίζονται.

Τέλος, ο κληρικός δεν διδάσκει μόνο με τον λόγο, αλλά με όλη του την συμπεριφορά, με όλη του τη ζωή. Μέσα από πράγματα απλά και καθημερινά διδάσκει ο ιερέας. Με έναν λόγο του, με μια ματιά του μας λέει πολλά. Οι πιστοί νιώθουν ότι προσεύχεται ο ιερέας τους γι᾽ αυτούς και τον έχουν ως πατέρα, τον τιμούν ως άνθρωπο του Θεού. Είναι γεγονός ότι «η καρδιά μιλάει στην καρδιά»! Το καλύτερο κήρυγμα από κληρικούς δεν το ακούσαμε αλλά το είδαμε πριν λίγο καιρό σε μια μεγάλη ενορία. Ήταν σημαντικό κήρυγμα γιατί δεν ήταν λόγος αλλά έργο. Στην ενορία εφημερεύουν τρεις κληρικοί επί σειρά ετών. Ομολογούν απλά: «Δεν έχουμε αλλάξει ποτέ κουβέντα μεταξύ μας τόσα χρόνια. Δεν συμφωνούμε σε όλα αλλά σεβόσμαστε ο ένας τον άλλον». Λαμβάνει τον λόγο ο μικρότερος σε ηλικία: «Όταν ήρθα στην ενορία αυτή προϋπήρχαν οι άλλοι δύο συνεφημέριοί μου. Μου έκανε εντύπωση ότι όταν τους είπα, ότι δεν έχω κάποιο πτυχίο Ιερατικής Σχολής ή Πανεπιστημίου, μου «επέβαλλαν» να σπουδάσω αναπληρώνοντάς μου αυτοί τις αυξημένες υποχρεώσεις μου στον ναό». Το έλεγε και σχεδόν δάκρυζε από ευγνωμοσύνη. Αυτή η αγαστή συνεργασία τόσων ετών των συνεφημερίων αποτελεί το καλύτερο και το πιο δυνατό κήρυγμα για τους ενορίτες! Τέτοια κηρύγματα-παραδείγματα χρειάζεται η κοινωνία μας.

[1] Ψαριανου Διον. (πρώην μητροπολίτου Κοζάνης), Η Θεία λειτουργία, Αθήνα 2011, σσ. 190-191.
[2] Φουντούλη Ι., Λειτουργική Α´, Θεσσαλονίκη 2004, σ. 226.
[3] Φουντούλη Ι., Λειτουργική Α´, Θεσσαλονίκη 2004, σ. 226.
[4] Ενθ᾽ ανωτ.
[5] Φουντούλη Ι., Λειτουργική Α´, Θεσσαλονίκη 2004, σ. 226.