ΆρθραΘεολογικά

Η Υμνολογία της εκκλησίας μας | Μέρος 7ο

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Γράφει ο Συγγραφέας Γιάννης Β. Παπαναστασίου

Νομίζω ότι η σειρά αυτών των άρθρων μας βοήθησε να συνειδητοποιήσουμε αυτό που όλοι μας αισθανόμαστε και ζούμε. Ποιο είναι αυτό; Ότι η Υμνολογία τής Εκκλησίας μας είναι ένας σπουδαίος πνευματικός θησαυρός, ανεκτίμητης αξίας. Ένας πνευματικός θησαυρός θεϊκής εμπνεύσεως, ο οποίος μας υπερβαίνει όλους μας και γι’ αυτό μας τρέφει πνευματικά και μας εμπνέει.

Είναι ένας πνευματικός θησαυρός που παράγεται και καρποφορεί στο «περιβόλι» τής Εκκλησίας μας. Έχει ηλικία 2.000 χρόνων και συνεχίζει να είναι ζωντανός και να εμπλουτίζεται. Έθρεψε και τρέφει γενιές και γενιές ανθρώπων, μα ωστόσο, παραμένει αδαπάνητος και ανεξάντλητος.

Η Υμνολογία, στα χρόνια τού Βυζαντίου, που ήταν τα χρόνια κατά τα οποία κυρίως αναπτύχθηκε, επανέφερε τη Φιλοσοφία σε αυτό που ήταν αρχικά∙ στη Θεολογία. Οι αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι είχαν ως αντικείμενο έρευνας το ερώτημα: «Τί το Όν;». Ποιο είναι «το όντως Όν και η αιτία των όντων;». Δηλ., τι είναι ο Θεός, ο οποίος είναι και ο δημιουργός όλων των όντων τής φύσεως; Το ερώτημα είναι καθαρά θεολογικό, είναι λόγος περί τού Θεού. Στο ερώτημα αυτό οι αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι είχαν δώσει κάποιες απαντήσεις, εντυπωσιακές πράγματι απαντήσεις, αλλά δεν αποτελούσαν την απάντηση.

Την απάντηση στο ερώτημα αυτό μας την έδωσε ο Χριστός. Οι Βυζαντινοί φιλόσοφοι βρίσκονταν σε πλεονεκτικότερη θέση από τους αρχαίους Έλληνες φιλοσόφους. Είχαν την απάντηση και μάλιστα από την εγκυρότερη πηγή∙ από τον Υιό και Λόγο τού Θεού, τον Ιησού Χριστό. Έτσι, οι φιλόσοφοι και οι λόγιοι του Βυζαντίου έστρεψαν το ενδιαφέρον τους στη μελέτη τής διδασκαλίας τού Χριστού, στη μελέτη τού Ευαγγελίου, το οποίο μας αποκαλύπτει το θέλημα τού Θεού. Παράλληλα, αισθάνθηκαν την ανάγκη να αναπέμψουν ύμνους δοξολογικούς, ευχαριστήριους αλλά και ικετευτικούς προς την Τριαδική Θεότητα, την Υπεραγία Θεοτόκο και τους αγίους τής πίστεως, καθώς τα γεγονότα τής ζωής, οι θαυματουργικές παρεμβάσεις τού Χριστού, της Παναγίας και των αγίων, τους έδιναν νέα δεδομένα. Οι άνθρωποι εκπλήσσονταν ευχάριστα από τις θαυματουργικές παρεμβάσεις τής Παναγίας και των αγίων και προσάρμοζαν τη ζωή τους σ’ αυτή τη νέα πραγματικότητα.

Η Υμνολογία προέκυψε από την ανάγκη που αισθάνονταν οι άνθρωποι να εκφράσουν τις ευχαριστίες τους και την ευγνωμοσύνη τους στην Παναγία και στους αγίους που τους ευεργετούσαν, και να αναπέμψουν τη δοξολογία τους στον Τριαδικό Θεό, ο οποίος τους χορηγούσε, μέσω των αγίων, τις διάφορες ευεργεσίες. Διότι «πάσα δόσις αγαθή και παν δώρημα τέλειον άνωθεν εστί καταβαίνον εκ του Πατρός των φώτων».

Η Υμνολογία, ως πνευματική δημιουργία υψηλού επιπέδου, έθελγε και προσήλκυε όχι μόνο τους κληρικούς και τους μοναχούς που ήταν αφιερωμένοι στην υπηρεσία τού Θεού, αλλά ακόμη και υψηλόβαθμους αξιωματούχους τής αυτοκρατορικής αυλής, μέχρι και αυτούς τους αυτοκράτορες.

Η Υμνολογία αναδεικνύει και προβάλλει τις μεγάλες εορτές τής χριστιανοσύνης. Ανάλογο με την κάθε εορτή είναι τόσο το θεολογικό περιεχόμενο των ύμνων όσο και το ηχόχρωμα της μελωδίας που τους φτερώνει. Αναλογιστείτε τους ύμνους και τις μελωδίες τού Πάσχα. Έχουν χαρακτήρα θριαμβευτικό και πανευφρόσυνο. Π.χ. «Χαίρετε, λαοί, και αγαλλιάσθε»∙ «Χαράς τα πάντα πεπλήρωται της αναστάσεως την πείραν ειληφότα»∙ «Αναστάσεως ημέρα! λαμπρυνθώμεν λαοί».

Η Υμνολογία και οι ιερές ακολουθίες τής Εκκλησίας μας λειτούργησαν και λειτουργούν ως σπουδαίο Σχολείο για τον λαό μας. Όχι μόνο για τους ολιγογράμματους αλλά και για τους πολύ εγγράμματους. Οι πιστοί διδάσκονται από τα αναγνώσματα, τους ύμνους και τις λειτουργικές ευχές που ακούνε στη Θεία Λειτουργία και στις άλλες ιερές ακολουθίες. Αποτέλεσε και αποτελεί το δημοκρατικότερο σχολείο. Παρέχει τα φώτα του δωρεάν, σε προσωπικό επίπεδο για τον καθένα. Ο κάθε πιστός, ο κάθε άνθρωπος, δρέπει τα πνευματικά αγαθά που προσφέρει η Υμνολογία ανάλογα με τις δυνατότητές του και τη διάθεσή του. [Δρέπω = συλλέγω καρπούς∙ από το δρέπω > το δρεπάνι = το όργανο συλλογής καρπών].

Η Υμνολογία διδάσκει τον λόγο τού Θεού, τις αλήθειες της πίστεώς μας. Αλήθειες που αποτελούν πολύτιμες υποθήκες για την ανθρωπότητα, αλήθειες με διαχρονική αξία, αλήθειες σωτήριες. Προβάλλει ποιητικά και μελωδικά, δηλαδή με τρόπο ευμνημόνευτο, τα μηνύματα της κάθε εορτής. Διδάσκει ακόμη ηθικές αρετές και αρχές που εκφράζουν ανθρωπιστικό και θεϊκό μεγαλείο, όπως: η αρετή, η τιμιότητα, η φιλαλήθεια, η φιλαδελφία (η αγάπη στον συνάνθρωπο), η συγχωρητικότητα, η αγιότητα.

Η Ορθόδοξη Ελληνική υμνολογία διατήρησε ζωηρό το θρησκευτικό συναίσθημα των Ελλήνων και κράτησε ζωντανή την πίστη, τόσο κατά την Ενετοκρατία, όσο και, κυρίως, κατά την Τουρκοκρατία. Μέσα στην εκκλησιά ο υπόδουλος Έλληνας εύρισκε τον εαυτό του. («Εκεί καταδιωγμένη κατοικεί τού σκλάβου η αλυσόδετη πατρίδα»). Εκεί ο Έλληνας αναλογιζόταν το μεγαλείο των προγόνων του και συνειδητοποιούσε την ένδοξη καταγωγή του, την αξία του και το χρέος του να διατηρήσει την κληρονομιά. Συνειδητοποιούσε «τι έχασε, τι έχει, τι του πρέπει», όπως λέει ο ποιητής, ο Ιωάννης Πολέμης. Μέσα στην εκκλησιά ο Ρωμιός αναθέρμαινε την αποσταμένη ελπίδα και συντηρούσε τα ζώπυρα της Ρωμιοσύνης. Γι’ αυτό και όταν πήρε τα όπλα για να αποτινάξει τον ζυγό, διακήρυξε ότι το κάνει «για του Χριστού την πίστη την αγία και της πατρίδας την ελευθερία». Αυτό γράφουν οι Διακηρύξεις των Εθνοσυνελεύσεων των χρόνων τού Εικοσιένα.

Η Υμνολογία συνεχίζει μέχρι σήμερα να είναι το σχολείο των πιστών. Ως λόγος θεϊκών αληθειών νοηματοδοτεί τη ζωή των ανθρώπων, ιδιαίτερα εκείνων που έχουν καθαρή καρδιά. Η υψηλού επιπέδου γλωσσική και ποιητική δημιουργία βοηθάει τους ανθρώπους να κατανοήσουν καλύτερα το μεγαλείο τού Θεού. Έχει άλλη απήχηση στον πιστό η φράση: «Χαίρε, νύμφη ανύμφευτε», και θα είχε άλλη, αν άκουγε: «Γεια σου, νύφη ανύπαντρη».

Είναι τόση η επίδραση που ασκούσε και ασκεί η υμνολογία στη ζωή των πιστών, ώστε πολλές φράσεις και εκφράσεις τών ύμνων, (βιβλικές παροιμίες, ρητά, ποιητικές και λόγιες εκφράσεις), έχουν περάσει στη γλώσσα τού λαού, έγιναν αποφθέγματα, και χρησιμοποιούνται σε καθημερινές περιστάσεις, για τον λόγο ότι έχουν θεϊκό κύρος και αποτελούν αλήθειες επιβεβαιωμένες από την πείρα τής ζωής.

Από μία συλλογή 550 τέτοιων φράσεων που έχω, (250 από την Π. Διαθήκη, 230 από την Κ. Διαθήκη και 70 από την Υμνολογία), θα παραθέσω επιλεκτικά και ενδεικτικά 20 φράσεις, οι οποίες προέρχονται από την Υμνολογία: «Άλαλα τα χείλη τών ασεβών» / «απορώ και εξίσταμαι» / «βρώμα και δυσωδία» / «Δόξα σοι ο Θεός» / «επί δικαίους και αδίκους» / «επί ξύλου κρεμάμενος» / «ζωή χαρισάμενη» / «μετά βαΐων και κλάδων» / «νηστεύσαντες και μη νηστεύσαντες» / «όσοι πιστοί προσέλθετε» / «ουδείς αναμάρτητος» / «πανταχού παρών» / «τα καλά και συμφέροντα» / «τα σα εκ των σων» / «του λόγου το ασφαλές» / «τύπος και υπογραμμός» / «των παθών μου τον τάραχον» / «χαίρε, βάθος αμέτρητον» / «χαράς ευαγγέλια» / ψυχή τε και σώματι».

Τις φράσεις αυτές τις χρησιμοποιούμε είτε με κυριολεκτική είτε με μεταφορική σημασία, άλλοτε για να επικυρώσουμε την ορθότητα των λόγων μας, άλλοτε ως επιμαρτυρία, για να επιβεβαιώσουμε κάποια εμπειρία μας από την καθημερινή ζωή, και άλλοτε για να διανθίσουμε τον λόγο μας με κάτι λογιότερο. Σημειώνω ότι κάποιες από αυτές τις φράσεις τις χρησιμοποιούμε με διαφορετική σημασία από αυτή που δηλώνεται στον ύμνο από τον οποίο είναι ερανισμένη, όπως η φράση «βρώμα και δυσωδία», (αντί του ορθού: «σκωλήκων βρώμα (τροφή) και δυσωδία»). Συμβαίνουν και αυτά. Δεν πειράζει. Μικρό το κακό.

Αν από την Υμνολογία επηρεάστηκε ο απλός λαός, ήταν επόμενο να επηρεαστούν πολύ περισσότερο όλοι σχεδόν οι ποιητές μας και οι πεζογράφοι. Αν αναφέρει κανείς τους εθνικούς μας ποιητές, τον Σολωμό και τον Παλαμά, καθώς και τους βραβευμένους με Νόμπελ λογοτεχνίας, Σεφέρη και Ελύτη, θα αδικήσει τόσους και τόσους άλλους, παλαιότερους και νεότερους. Δεν μπορεί όμως να μην αναφερθεί κανείς ιδιαίτερα και εξαιρετικά στον Αλέξ. Παπαδιαμάντη, ο οποίος, ως παπαδοπαίδι και ψάλτης, ήταν η ζωντανή έκφραση της Υμνολογίας. Όλα σχεδόν τα έργα του «μυρίζουν λιβάνι»∙ άρωμα Ορθοδοξίας.

Αυτόν, ωστόσο, τον σπουδαίο πνευματικό μας θησαυρό, εμείς οι Νεοέλληνες δεν τον θεωρούμε λογοτεχνικό είδος και οι ειδικοί δεν τον έχουν συμπεριλάβει στην Ελληνική Γραμματολογία. Αποτέλεσμα είναι να μη διδάσκεται στα σχολεία ούτε έστω κάποια επιλογή ύμνων. «Ελλάς, το μεγαλείο σου!»

Έχω γράψει και άλλη φορά, ότι, καθώς εμείς ετεροπροσδιοριζόμαστε, όταν οι ξένοι ανακαλύψουν την Υμνολογία τής Εκκλησίας μας, πέρα από τους Βυζαντινολόγους, και αναδείξουν την αξία της, τότε θα την εκτιμήσουμε κι εμείς. Από τους ξένους συνειδητοποιήσαμε την αξία των αρχαίων μας μνημείων. Οι ξένοι ανέδειξαν την αξία των έργων των αρχαίων Ελλήνων ποιητών, φιλοσόφων και συγγραφέων.

Οφείλουμε, ασφαλώς, να αναγνωρίσουμε ότι και άλλοι Ορθόδοξοι λαοί, όπως οι Σύροι και οι Αρμένιοι, ανέπτυξαν αξιόλογη υμνολογία στη γλώσσα τους. Ιδιαίτερα οι Σύροι είχαν δικό τους αξιόλογο αρχαίο πολιτισμό.

Πάντως, οι λαοί που εκχριστιανίστηκαν από τους Βυζαντινούς, (Σέρβοι, Βούλγαροι, Ρώσοι, Ρουμά-νοι, Μολδαβοί, Γεωργιανοί  κ. ά.), υιοθέτησαν την ελληνική υμνολογία, άλλοι εξολοκλήρου και άλλοι μεγάλα τμήματά της. Όπως ομολογεί ο Γερμανός Βυζαντινολόγος Κάρολος Κρουμβάχερ, το Βυζάντιο εκπλήρωσε σπουδαία πολιτιστική αποστολή. Βοήθησε βόρειους και ασιατικούς λαούς να αποκτήσουν αξιοσέβαστο θρησκευτικό πολιτισμό.

Τέλος