Άρθρα

Η υμνολογία της εκκλησίας μας | Μέρος 5ο

Έγραφα στο προηγούμενο άρθρο μου ότι στα χρόνια της Εικονομαχίας πολλοί μοναχοί από την Ελλάδα κατέφυγαν στην Κάτω Ιταλία και στη Σικελία, στην παλιά Μεγάλη Ελλάδα. Έτσι, δημιουργήθηκαν στην Κάτω Ιταλία και στη Σικελία αρκετές υμνολογικές και μουσικές σχολές, σπουδαιότερη από τις οποίες ήταν εκείνη των Συρακουσών στη Σικελία. Ευθύς αμέσως θα αναφερθώ σε μερικούς από τους υμνογράφους που προέρχονταν από αυτές τις σχολές.

Προηγουμένως όμως θέλω να επισημάνω κάτι. Είδαμε λίγο πιο πριν ότι στα χρόνια τής Εικονομαχίας πολλοί μοναχοί από την Ελλάδα, μη υποφέροντες τις διώξεις και τα μαρτύρια των εικονομάχων, (διότι τους έκοβαν τη γλώσσα, τα χείλη, τη μύτη ή το δεξί χέρι στον καρπό, – όπως έκαναν οι Άραβες και άλλοι λαοί τής Ασίας -, δηλαδή μιμούνταν βαρβαρικά έθιμα), κατέφυγαν στην Ιταλία και στη Σικελία. Δεν έφυγαν ιερείς ή επίσκοποι.

Με αφορμή αυτό το γεγονός, είναι σκόπιμο να πω ότι οι μοναχοί και οι μοναχές, ενώ είναι «κλεισμένοι» σε κάποιο μοναστήρι, ωστόσο, είναι και οι πιο ελεύθεροι και ανεξάρτητοι άνθρωποι της Εκκλησίας. Καθώς είναι ακτήμονες και δεν έχουν κάποιο αξίωμα που να τους κρατάει σε κάποιο «θρόνο», και ακόμη, καθώς δεν υπόκεινται σε ζυγό συζυγίας, είναι σαν τα πουλιά, ελεύθεροι και ωραίοι. «Του Κυρίου η γη και το πλήρωμα αυτής». Η Εκκλησία μας χρωστάει πολλά στους μοναχούς και στις μοναχές. Δεν προσέφεραν απλώς τη ζωή τους στον Χριστό, έγιναν εθελόθυτα ολοκαυτώματα.

ΙΤΑΛΟΕΛΛΗΝΕΣ  ΥΜΝΟΓΡΑΦΟΙ

34. Ο Μεθόδιος, Πατριάρχης ΚΠόλεως (9ος αι.). (Οι εικονομάχοι του είχαν κόψει τα χείλη, για να μην μπορεί να ομιλεί και να κηρύττει). Έγραψε κανόνες και ιδιόμελα τροπάρια. Η φράση «(υπέρ) και του φιλοχρίστου στρατού», που ακούμε στην Εκκλησία, είναι δανεισμένη από ιδιόμελο τροπάριο του Μεθοδίου, στους αγίους Κωνσταντίνο και Ελένη.

35. Ο Ιωσήφ ο Υμνογράφος ή Ξένος (Σικελός) (9ος αι.). Έγραψε περισσότερους από διακόσιους (200) κανόνες, γι’ αυτό απεκλήθη ο Υμνογράφος. Επειδή ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός και ο Κοσμάς ο Μαϊουμά είχαν γράψει κανόνες για τις δεσποτικές και τις θεομητορικές εορτές, ο Ιωσήφ έγραψε κανόνες για τις εορτές τών αγίων. Επεξέτεινε την Οκτώηχο ή Παρακλητική, γράφοντας κανόνες για τις καθημερινές τού εβδομαδιαίου κύκλου, και γι’ αυτό ονομάστηκε «ο πατήρ τής Παρακλητικής». Είναι αξιοσημείωτο ότι, ενώ είναι εκατοντάδες οι κανόνες που έγραψε, ουδέποτε παλιλογεί∙ δεν επαναλαμβάνει τα ίδια λόγια. Η Θ΄ ωδή των κανόνων του έχει ακροστιχίδα, συνήθως, το όνομά του: ΙΩΣΗΦ.

36. Ο Γεώργιος ο Σικελιώτης (10ος αι.). Ήταν υμνογράφος και μελωδός. Έγραψε περισσότερους από 15 πλήρεις ειρμούς, καθώς και ιδιόμελα τροπάρια.

37. Ο Νικόλαος ο Μυστικός (10ος αι.). Κατά τον 10ο αι. θεωρούνταν πρώτος τών μελωδών.

38. Ο Ηλίας ο μοναχός, ο Σικελιώτης (10ος αι.). Σώζονται τρεις πλήρεις ειρμοί (από 8 ύμνους ο καθένας).

39. Ο Αρσένιος, Πατριάρχης Αντιοχείας (11ος αι.). Καταγόταν από την Καλαβρία τής Κάτω Ιταλίας. Έγραψε κοντάκια αγίων.

40. Ο Ορέστης, Πατριάρχης Ιεροσολύμων (1000 – 1012). Καταγόταν από την Καλαβρία. Ήταν αδελφός τού Αρσενίου. Έγραψε κοντάκια αγίων και 15 Θεοτοκία.

41. Ο Νείλος ο νεώτερος († 1005). Ο Νείλος ίδρυσε στη Ρώμη το έτος 1004 τη μονή Κρυπτοφέρρης, η οποία εξελίχτηκε σε σχολή υμνογραφίας. Βασικός υμνογράφος τής σχολής αυτής υπήρξε ο Νείλος. Οι ύμνοι των υμνογράφων της μονής Κρυπτοφέρρης δεν άσκησαν καμία επίδραση στην υμνολογία τής Ορθόδοξης Ελληνικής Εκκλησίας.

42. Ο Βαρθολομαίος ο μοναχός (11ος αι.). Διακρίθηκε ως ο πρώτος μεταξύ τών υμνογράφων τής μονής Κρυπτοφέρρης.

Στις αρχές τού 11ου αιώνα η υμνογραφία παρουσίασε κάποια καθίζηση. Δεν αναδείχτηκαν σπουδαίοι υμνογράφοι. Ίσως να είχε ολοκληρωθεί σε μεγάλο βαθμό, και δεν υπήρχαν πλέον θέματα ακάλυπτα. Στα μέσα αυτού του αιώνα προέκυψε και το Σχίσμα (1054) μεταξύ Ανατολικής και Δυτικής Εκκλησίας και απέκτησαν προτεραιότητα άλλα ζητήματα.

Επανερχόμαστε στην ΚΠολη, όπου στα χρόνια τού αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Θ΄ του Μονομάχου (1042 – 1054) υπήρξε μια πραγματική αναγέννηση των γραμμάτων. Το έτος 1045 ο αυτοκράτορας ίδρυσε το «Διδασκαλείον τών Νόμων», δηλ. Νομική Σχολή, με υπόδειξη του διαπρεπούς νομομαθούς Ιωάννου του Μαυρόποδος, ο οποίος αργότερα έγινε επίσκοπος Ευχαΐτων.

Στα χρόνια τού αυτοκράτορα Κων/νου Θ΄ ιδρύθηκε στην ΚΠολη και φιλοσοφική σχολή, την οποία διηύθυνε ο φιλόσοφος Μιχαήλ Ψελλός. Οι περισσότεροι καθηγητές τών Σχολών αυτών ήταν μοναχοί και κληρικοί. Αυτή την εποχή ο ελληνικός χριστιανισμός πραγματοποίησε τον εκχριστιανισμό τών Σλάβων, των Βουλγάρων, των Ρώσων, των Ούγγρων  κ. ά. Τότε είχαμε και νέους υμνογράφους, όπως:

43. Ο Ιωάννης ο Μαυρόπους, επίσκοπος Ευχαΐτων (11ος αι.). Ο Ιωάννης Μαυρόπους καθιέρωσε την εορτή τών Τριών Ιεραρχών στις 30 Ιανουαρίου και έγραψε την ασματική ακολουθία τής εορτής αυτής, (ύστερα από όραμα που είδε, και στο οποίο οι τρεις άγιοι του υπέδειξαν ότι πρέπει να τιμώνται ισότιμα, χωρίς διακρίσεις πρώτου, δευτέρου και τρίτου).  Έγραψε και τον κανόνα στον φύλακα άγγελο, ο οποίος εμπεριέχεται στο Ωρολόγιον της Εκκλησίας. Έγραψε επίσης κανόνες και ιδιόμελα τροπάρια.

44. Ο Ιωάννης Ζωναράς (11ος αι.). Καίτοι ήταν γραμματεύς τού αυτοκράτορα Αλεξίου τού Κομνηνού, προτίμησε να πάει στο Άγιον Όρος, όπου έγινε μοναχός και έζησε εκεί μέχρι τον θάνατό του. Έγραψε κανόνα στην Υπεραγία Θεοτόκο και ποιητικά έργα κατά των διαφόρων αιρέσεων.

45. Ο Θεόδωρος Β΄ ο Λάσκαρις (1254 – 1258). Υπήρξε αυτοκράτορας του κράτους τής Νικαίας, (κατά τα χρόνια που οι Σταυροφόροι είχαν κυριέψει την ΚΠολη). Ο Θεόδωρος ήταν λόγιος εξαιρετικής παιδείας. Καίτοι πέθανε σε ηλικία 36 ετών, από ανίατη ασθένεια, έγραψε έργα θεολογικά και φιλοσοφικά, καθώς και ύμνους. Ο Θεόδωρος είναι ο ποιητής τού Μεγάλου Παρακλητικού Κανόνος τής Υπεραγίας Θεοτόκου (της Μεγάλης Παράκλησης).

46. Ο Δημήτριος ο Χωματιανός (12ος – 13ος αι.). Έγραψε ασματική ακολουθία για τον άγιο Κλήμεντα της Βουλγαρίας.

47. Ο Κωνσταντίνος Καβάσιλας, αρχιεπισκ. Αχρίδας (13ος αι.). Έγραψε ασματικές ακολουθίες αγίων.

48. Ο Συμεών, αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης (13ος – 14ος αι.). Έγραψε κανόνες και τριώδια για τον Άγιο Δημήτριο, για την Κυριακή τών Βαΐων και για τη Μεγάλη Εβδομάδα.

49. Ο Νικηφόρος Κάλλιστος ο Ξανθόπουλος (14ος αι.). Έγραψε την ακολουθία τής εορτής τής Ζωοδόχου Πηγής.

50. Ο Φιλόθεος, Πατριάρχης ΚΠόλεως (14ος αι.). Έγραψε ασματικές ακολουθίες αγίων και κανόνες.

51. Ο Μάρκος ο Ευγενικός, επίσκοπος Εφέσου (15ος αι.). Έγραψε κανόνες, μετά από παράκληση του αυτοκράτορα Ανδρόνικου.

52. Ο Νικόλαος Μαλαξός, ιερεύς (16ος αι.). Πρωτοπαπάς Ναυπλίου. Έγραψε στιχηρά, απόστιχα, προσόμοια και κανόνα. Συνέταξε και ακολουθία τών Μεγάλων Ωρών τής Πεντηκοστής.

53. Ο Γεράσιμος μοναχός, ο Μικραγιαννανίτης (1905 – 1991). Σύγχρονος υμνογράφος τής Ορθόδοξης Εκκλησίας. Καταγόταν από τη Β. Ήπειρο. Το όνομά του ήταν Αναστάσιος Γραίκας. Πήγε στο Άγιον Όρος το έτος 1924, σε ηλικία 20 ετών. Έγινε μοναχός στη Σκήτη της Μικράς Αγίας Άννας, γι’ αυτό και ονομάστηκε Μικραγιαννανίτης. Έγραψε πάρα πολλές ασματικές ακολουθίες και παρακλητικούς κανόνες για τους νεομάρτυρες της πίστεως, της περιόδου τής Τουρκοκρατίας. Αναδείχτηκε στον μεγαλύτερο σύγχρονο υμνογράφο. Το έτος 1959 το Οικουμενικό Πατριαρχείο τού απένειμε το οφίκιο του «Υμνογράφου τής Μεγάλης τού Χριστού Εκκλησίας». Επιβράβευση των έργων του και της προσφοράς του έγινε και από άλλα Πατριαρχεία και Ορθόδοξες Εκκλησίες. Το έργο τού Γεράσιμου ακολουθούν και άλλοι σύγχρονοι υμνογράφοι, οι οποίοι συνθέτουν ασματικές ακολουθίες σύγχρονων αγίων.

ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΗ: Θέλω να σημειώσω ότι τέσσερις αυτοκράτορες του Βυζαντίου ασχολήθηκαν με την υμνολογία τής Εκκλησίας μας. Ο Ιουστινιανός, ο Λέων ΣΤ΄ ο Σοφός, ο Κων/νος Ζ΄ ο Πορφυρογέννητος και ο Θεόδωρος Β΄ Λάσκαρις. Η υμνολογία ήταν ποίηση που απαιτούσε όχι μόνο ποιητικό χάρισμα, αλλά και υψηλού επιπέδου παιδεία∙ θεολογική, γλωσσική και φιλοσοφική. Όσοι κατείχαν αυτού του επιπέδου παιδεία αισθάνονταν την ανάγκη να εκφραστούν και ως υμνολόγοι και υμνωδοί.

Θέλω να κάνω ιδιαίτερη αναφορά στον Θεόδωρο Β΄ Λάσκαρι. Προικισμένος με σπάνια πνευματικά προσόντα, απέκτησε γενική κλασική παιδεία και άρτια φιλοσοφική συγκρότηση. Δέχτηκε επιδράσεις από τον Πλάτωνα, τον Αριστοτέλη, τους Στωικούς και από τους Πατέρες της Εκκλησίας. Παρά το ότι πέθανε 36 ετών, κατέλειπε θεολογικά κείμενα, φιλοσοφικά έργα, λόγους, ύμνους και επιστολές. Ο ίδιος δήλωσε ότι «εξεπαιδεύθη αριστοτελικώς και πατερικώς» και ότι «καινόν τρόπον φιλοσοφίας μίξας τη θεογνωσία, μετακεντρίζων το αγριέλαιον εις καλλιέλαιον και αιχμαλωτίζων παν νόημα εις Χριστόν».

Με πνευματικό οπλισμό την αριστοτελική φιλοσοφία και την πατερική θεολογία, χρησιμοποίησε έναν καινούργιο τρόπο να συνθέσει τη φιλοσοφία με τη θεογνωσία, να την εγκεντρίσει (μπολιάσει), ώστε η αγριελιά να γίνει εξευγενισμένη ελιά, δηλ. η φιλοσοφία να αποκτήσει χριστιανικό νόημα. (Συνεχίζεται)

Γράφει ο Συγγραφέας ΓΙΑΝΝΗΣ Β. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ