Άρθρα

Η υμνολογία της εκκλησίας μας (2o)

Γράφει ο Συγγραφέας ΓΙΑΝΝΗΣ Β. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ

Έγραφα στο προηγούμενο άρθρο μου ότι η υμνολογία τής Εκκλησίας μας είναι ποιητική δημιουργία, και ακριβώς, επειδή πρόκειται για ύμνους-ωδές, γι’ αυτό υμνολογία και υμνωδία – λόγος και ωδή/ μέλος/μουσική – είναι συνυφασμένα (υφαίνονται μαζί).

Ο υμνογράφος και υμνωδός Ιωάννης ο Δαμασκηνός, ο δεύτερος σπουδαιότερος υμνογράφος τής Εκκλησίας μας, μετά τον Ρωμανό τον Μελωδό, γράφει στον ειρμό τής  θ΄ ωδής τού ιαμβικού κανόνα τών Χριστουγέννων ότι: «ύμνους υφαίνειν συντόνως τεθηγμένους εργώδες εστί», δηλ., το να συνθέτεις ύμνους (αντάξιους του Θεού ή της Θεοτόκου) επιδέξια επεξεργασμένους (ακονισμένους) είναι έργο απαιτητικό και κοπιαστικό.

Επειδή, ακριβώς, η μουσική είναι συνυφασμένη με τον ποιητικό λόγο τών ύμνων, είναι χρήσιμο να αναφερθούμε και στα βασικά, τουλάχιστον, της εκκλησιαστικής μας μουσικής.

ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΜΟΥΣΙΚΗ

Η μουσική στην Ορθόδοξη λατρεία δεν είναι αυτοσκοπός. Αν ήταν, θα ψέλναμε μόνο τεριρέμ ή θα είχαμε συμφωνική, οργανική μουσική, όπως έχουν οι Δυτικές Εκκλησίες ή ομολογίες πίστεως, οι οποίες χρησιμοποιούν αρμόνιο, εκκλησιαστικό όργανο και άλλα μουσικά όργανα. Η Ορθόδοξη Εκκλησία προτιμά τη μονοφωνική ψαλμωδία, η οποία είναι προέκταση της προσευχής και διδάσκει την προσευχή.

Η Βυζαντινή εκκλησιαστική μουσική υπηρετεί πρωτίστως την κατανόηση του λόγου, των ύμνων, και δευτερευόντως την κατάνυξη και τη μυσταγωγία∙ γι’ αυτό είναι μονοφωνική (με τη συνοδεία ισοκρατήματος). Η μονοφωνική ψαλμωδία είναι σύμβολο της ομοφωνία και της ομογνωμίας τών πιστών∙ («εν ενί στόματι και μιά καρδία δοξάζειν και ανυμνείν το πάντιμον και μεγαλοπρεπές όνομά σου»).

Με την τετραφωνία και την ενόργανη μουσική χάνεται το νόημα των ύμνων. Εξάλλου, οι τετραφωνίες και οι χορωδίες παραπέμπουν συνειρμικά σε κοσμικές συναυλίες.

Η μουσική γενικώς χρησιμοποιεί πολλές κλίμακες (μείζονες και ελάσσονες), πολλές μελωδίες. Από τις πολλές αυτές κλίμακες, τις οποίες χρησιμοποιεί η κοσμική μουσική, η Εκκλησία μας επέλεξε και χρησιμοποιεί οκτώ βασικές κλίμακες, οκτώ (8) ήχους (και κάποιους συνδυασμούς μεταξύ αυτών των ήχων), για να εκφράσει τα λατρευτικά συναισθήματα των πιστών∙ για να εκφράσει την παράκληση, την ικεσία, την ευχαριστία, τη δοξολογία, τη χαρά, τη λύπη, τη χαρμολύπη  κλπ.

Οι οκτώ ήχοι τής Βυζαντινής εκκλησιαστικής μουσικής είναι αντίστοιχοι με αρχαίες ελληνικές μελωδίες, τους τρόπους, όπως τους έλεγαν οι αρχαίοι Έλληνες. Αυτοί οι τρόποι ονομάζονταν: δώριος, λύδιος, φρύγιος, μιξολύδιος, υποδώριος, υπολύδιος, υποφρύγιος και υπομιξολύδιος. Όπως βλέπετε, τα ονόματα των αρχαίων ελληνικών μουσικών τρόπων προέρχονται από τα ονόματα αρχαίων φύλων και λαών∙ (Δωριείς, Λυδοί, Φρύγες  κλπ. Οι Λυδοί και οι Φρύγες κατοικούσαν στη δυτική Μικρά Ασία).

[ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΑ: Οι Σειρήνες, για τις οποίες κάνει λόγο η «ΟΔΥΣΣΕΙΑ», εικάζεται ότι τραγουδούσαν σε λύδιο τρόπο, ο οποίος είχε χαρακτήρα ηδυπαθή. ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΑΣ].

Από τη λέξη τρόποι προήλθε η λέξη τροπάρια, που είναι η λαϊκή ονομασία τών εκκλησιαστικών ύμνων. (Η λέξη τροπάρια δεν είναι αρχαιοελληνική∙ είναι μεταγενέστερη, της μεσαιωνικής εποχής).

Όλα τα τροπάρια ψέλνονται σύμφωνα με έναν από τους οκτώ ήχους. Ωστόσο, επειδή τίποτε το αν-θρώπινο δεν είναι απόλυτο, υπάρχουν και τροπάρια τα οποία, ενώ είναι ενταγμένα στη μουσική κλίμακα κάποιου ήχου, χαρακτηρίζονται ως ιδιόμελα (έχουν ίδιο, δηλ. δικό τους μέλος), άλλα χαρακτηρίζονται ως αυτόμελα, (έχουν «ατομικό» μέλος), όπως υπάρχουν και τα λεγόμενα προσόμοια (δηλ. τροπάρια που ψέλνονται όμοια με κάποια άλλα τροπάρια που θεωρούνται πρότυπα).

Οι αρχαιοελληνικοί μουσικοί τρόποι, που έχουν αντιστοιχία με τους βυζαντινούς ήχους (εκκλησια-στικούς και κοσμικούς), έχουν μεγάλη ομοιότητα με τη δημοτική μας μουσική και τα δημοτικά μας τραγούδια. Για παράδειγμα, τα δημοτικά τραγούδια τής τάβλας (του τραπεζιού ή καθιστικά): «Τώρα τα πουλιά, τώρα τα χελιδόνια…», και, «Μια Παρασκευή κι ένα Σαββάτο βράδυ…», τραγουδιούνται, όπως ακριβώς ψέλνεται ο πλάγιος τού δευτέρου ήχος. Χρησιμοποιούν την ίδια μουσική κλίμακα ή το ίδιο μουσικό τετράχορδο {Πα, Βου, Γα, Δη, Γα, Βου, Πα, (στη βυζαντινή μουσική) ή Ρε, Μι ύφεση, Φα δίεση, Σολ, Φα δίεση, Μι ύφεση, Ρε, (στην ευρωπαϊκή μουσική)}.

Αυτό δηλώνει, αν δεν αποδεικνύει, τη συνέχεια του λαού μας: αρχαία εποχή – βυζαντινή εποχή – νεοελληνική εποχή. Τρεις χιλιετίες συμπληρώνει η ιστορική παρουσία τών Ελλήνων στον χώρο αυτό και η μουσική παραμένει η ίδια.

Όσον αφορά τους ρυθμικούς στίχους, οι Βυζαντινοί και οι μεταβυζαντινοί υμνογράφοι χρησιμοποίησαν κυρίως τον 15σύλλαβο, τον 8σύλλαβο και τον 7σύλλαβο στίχο. Αυτούς τους στίχους χρησιμοποιούν κυρίως και τα δημοτικά μας τραγούδια. Παραθέτω δύο παραδείγματα 15σύλλαβων στίχων:

1. «Μες  στου  Αι-γαί-ου  τα  νη-σιά  αγ-γέ-λοι  φτε-ρου-γί-ζουν …».

2. «Α-χός  βα-ρύς  α-κού-γε-ται   πολ-λά  του-φέ-κια  πέ-φτουν …».

Αυτά τα λίγα, αλλά, νομίζω, πολύ ενδιαφέροντα, όσον αφορά τη Βυζαντινή εκκλησιαστική μουσική.

ΓΛΩΣΣΑ ΚΑΙ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ ΤΩΝ ΥΜΝΩΝ

[Για τη γλώσσα τής Εκκλησίας, γενικότερα, θα γράψω ιδιαίτερο άρθρο, το οποίο θα ακολουθήσει].

Η υμνολογία τής Εκκλησίας μας άρχισε να διαμορφώνεται από τον 1ο αι. μ. Χ. και ολοκληρώθηκε κατά τον 14ο αι. Κατά τον 20ο αι. είχαμε μια συνέχεια, καθώς προέκυψε η ανάγκη να γραφτούν οι ασματικές ιερές ακολουθίες προς τιμήν τών νεομαρτύρων τής περιόδου τής Τουρκοκρατίας. Στη συνέχεια αυτών των άρθρων θα δούμε όλους τους σημαντικούς υμνογράφους, ονομαστικά.

Οι υμνογράφοι τών πρώτων αιώνων έγραψαν στην Ελληνιστική ή Κοινή ελληνική γλώσσα, δηλ. στη γλώσσα που είναι γραμμένα τα Ευαγγέλια. Αργότερα, υπό την επήρεια του γλωσσικού κινήματος του Αττικισμού, αλλά και για άλλους λόγους, (τους οποίους θα αναπτύξω στο άρθρο για τη γλώσσα τής Εκκλησίας), κάποιοι από τους υμνογράφους, ιδιαίτερα εκείνοι που είχαν και υψηλού επιπέδου φιλοσοφική και γλωσσική παιδεία, έγραψαν ύμνους και στην Αττική διάλεκτο, τη γλώσσα τής λεγόμενης κλασικής εποχής, η οποία ήταν γλώσσα τών εγγραμμάτων, γλώσσα περιωπής. (Οι ύμνοι που είναι γραμμένοι στην Αττική διάλεκτο είναι δυσνόητοι). Οι υμνογράφοι τής Βυζαντινής και της μεταβυζαντινής εποχής έγραψαν στη λόγϊα βυζαντινή γλώσσα.

Η γλώσσα τής υμνολογίας, ως εκκλησιαστική γλώσσα, χαρακτηρίζεται από ιεροπρέπεια, σοβαρότητα και ευπρέπεια, όπως επιβάλλεται από τον λατρευτικό της χαρακτήρα, αλλά και από τα πρόσωπα προς τα οποία απευθύνεται: την Αγία Τριάδα, την Υπεραγία Θεοτόκο, τους αρχαγγέλους/αγγέλους, τους αγίους.

Οι ύμνοι, ως ποιήματα, είναι συνεπτυγμένα και συμπυκνωμένα κείμενα. Είναι λακωνικά. Ακόμη, πειθαρχούν στους κανόνες τής ποίησης: στην ισοσυλλαβία, στην ομοιοκαταληξία, στη μετρική (τονικά μέτρα), στον ρυθμό∙ περιέχουν σχήματα λόγου, επιλεγμένες λέξεις και εκφράσεις, και μικροαλλαγές σε λέξεις («ποιητική αδεία») χάριν τών απαιτήσεων του μέτρου, (π. χ. βεβυσμένα, αντί βεβυθισμένα) ή χάριν τής ακροστιχίδας, (π. χ. ίδον, αντί είδον).

Όλα αυτά τα στοιχεία τής ποίησης κάνουν τους ύμνους πιο ευχάριστους ακουστικά και πιο ευμνημόνευτους, αλλά τους καθιστούν πολλές φορές και πιο δυσνόητους.

Πολλοί ύμνοι είναι απλοί ως προς τη γλώσσα και την πλοκή τού λόγου (σε συντακτικά σχήματα λόγου). Υπάρχουν, όμως, και ύμνοι λογιότεροι και θεολογικότεροι, οι οποίοι αναφέρονται σε δογματικά θέματα ή περιέχουν προεικονίσεις, προτυπώσεις, προρρήσεις και συμβολισμούς τής Π. Διαθήκης, ή αναφέρονται σε κείμενα και γεγονότα τής Κ. Διαθήκης, τα οποία δεν είναι πολύ γνωστά στους πιστούς, και, για όλους αυτούς τους λόγους, δεν γίνονται εύκολα κατανοητοί. Πολλοί ύμνοι, όχι μόνον ιαμβικοί κανόνες τών μεγάλων εορτών, αλλά και ύμνοι τής Μ. Εβδομάδας είναι δυσνόητοι όχι μόνον από τον απλό λαό αλλά και από θεολόγους και φιλολόγους.

Υπάρχει πρόβλημα. Η λύση τού προβλήματος ΔΕΝ είναι να μεταγλωττιστούν οι ύμνοι στη νεοελληνική γλώσσα. Όταν μεταγλωττίζονται τα ποιήματα, καταστρέφονται. Χρειαζόμαστε ερμηνείες τών ύμνων και ευτυχώς υπάρχουν∙ (της Μ. Εβδομάδας, του Ακαθίστου Ύμνου, των Παρακλητικών κανόνων τής Θεοτόκου, της Θ. Λειτουργίας). Με την ερμηνεία οι πιστοί, πρώτον, εξοικειώνονται με την αρχαία γλώσσα, και, δεύτερον, διευκολύνονται στο να κατανοήσουν τις θεολογικές και τις φιλοσοφικές έννοιες.

Όσον αφορά το περιεχόμενο, γενικότερα, των ύμνων τής όλης υμνολογίας, αυτό είναι δοξολογικό και ικετευτικό προς την Αγία Τριάδα, την Υπεραγία Θεοτόκο, τους αρχαγγέλους και τους αγίους τής Εκκλησίας μας. Ειδικότερα, το περιεχόμενο των ύμνων τής Μ. Εβδομάδας διακρίνεται σε δύο μέρη. Οι ύμνοι τών τριών τελευταίων ημερών αναφέρονται στο Πάθος τού Κυρίου, στη σταύρωση, στην ταφή και στην «εις Άδου κάθοδον» του Κυρίου. Οι ύμνοι τών τριών πρώτων ημερών αναφέρονται σε άλλα πρόσωπα, σε πράξεις προσώπων και σε διδακτικές παραβολές τού Κυρίου.

Η Εκκλησία προβάλλει ως υπόδειγμα τον Ιωσήφ τον Πάγκαλο, ο οποίος αποτελεί και προτύπωση του Χριστού∙ δείχνει ως παράδειγμα προς αποφυγήν την άκαρπη συκιά, (οι άνθρωποι πρέπει να έχουν πνευματικούς καρπούς)∙ υπενθυμίζει την παραβολή τών 10 παρθένων (των φρονίμων και των μωρών), και την παραβολή τών ταλάντων. (Κάθε άνθρωπος έχει χρέος να αξιοποιήσει τα τάλαντα που του χάρισε ο Θεός). Προβάλλει και επαινεί την έμπρακτη μετάνοια της πόρνης. Ακόμη, στηλιτεύει την προδοσία τού Ιούδα, και επαινεί τη μετάνοια και τη σωτήρια ομολογία τού ευγνώμονος ληστή. (ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ)