Άρθρα

Η υμνολογία της εκκλησίας μας (1α)

Γράφει ο Συγγραφέας ΓΙΑΝΝΗΣ Β. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ

Καθώς περάσαμε τη Μ. Εβδομάδα, το Πάσχα και τη Διακαινήσιμη εβδομάδα, και είχαμε την ευκαιρία να απολαύσουμε τον πλούτο τών ύμνων που απαρτίζουν τις ιερές ακολουθίες αυτών των ημερών, μου δόθηκε η ευκαιρία, για άλλη μια φορά, να θαυμάσω τις ποιητικές, θεολογικές και γλωσσικές δημιουργίες μεγάλου μέρους τής υμνολογίας τής Εκκλησίας μας.

Η υμνολογία τής Εκκλησίας μας είναι ένας μοναδικός πνευματικός θησαυρός ανεκτίμητης αξίας. Θησαυρός θεολογικός, θησαυρός γλωσσικός, θησαυρός ποιητικός, θησαυρός μουσικός. Θαυμάζει κανείς, ο κάθε πιστός, ο κάθε καλοπροαίρετος άνθρωπος, και ιδιαίτερα όσοι έχουν καλή γλωσσική και θεολογική παιδεία, την υψηλών απαιτήσεων ποιητική δημιουργία τών υμνογράφων τής Εκκλησίας μας. Ακόμη και οι ολιγογράμματοι άνθρωποι ευφραίνονται και κατανύσσονται από τα υποβλητικά ακούσματα και τη μυσταγωγική τελετουργία τών ιερών ακολουθιών τής Μ. Εβδομάδας και του Πάσχα.

Επισημαίνω ότι οι ιερές ακολουθίες τής Μ. Εβδομάδας, ιδιαίτερα, δεν είναι μόνον υμνολογία, αλλά και δραματουργία∙ δηλαδή πράξεις, συμβολικά δρώμενα από τους κληρικούς, τα οποία αναφέρονται σε σημαντικά γεγονότα τής ζωής τού Χριστού, στα οποία συμμετέχουν σε κάποιο βαθμό και οι πιστοί. Οι πράξεις, οι δράσεις έχουν ιδιαίτερη σημασία.

Αυτά τα ολίγα όσον αφορά την επισήμανση. Επανέρχομαι όμως στο θέμα μου, στην υμνολογία.

Κάθε ύμνος είναι σύνθεση Ορθόδοξης χριστιανικής θεολογίας, εξαιρετικής γλωσσικής κατάρτισης, ποιητικού χαρίσματος και μουσικής καλλιέργειας. Οι υμνογράφοι ήταν και υμνωδοί. Ήταν ποιητές και μουσικοί. Ταυτόχρονα με την ποιητική έμπνευση, ο υμνογράφος επέλεγε και τη μελωδία τού ύμνου, ανάλογα με το θέμα και το περιεχόμενο του ύμνου∙ αν ήταν χαρμόσυνο ή πένθιμο, δοξολογικό ή ικετευτικό.

Η μελωδία, ο κατάλληλος εκκλησιαστικός ήχος, επιλεγόταν από τον υμνογράφο για να αποδοθούν καλύτερα, τόσο τα νοήματα του ύμνου, όσο και τα συναισθήματα της χαράς ή της λύπης, της δοξολογίας ή της ικεσίας, της ευχαριστίας ή της παράκλησης, της ευγνωμοσύνης ή της προσδοκίας, που εκφρά-ζει το κείμενο του ύμνου. Όπως γνωρίζουμε, έστω και ακουστικά, άλλοι είναι οι ήχοι που εκφράζουν το περιεχόμενο των ύμνων τής Μ. Εβδομάδας, (κυρίως ο δεύτερος και ο πλάγιος του δευτέρου), και άλλοι της αναστάσιμης περιόδου, (ο πρώτος και ο πλάγιος του πρώτου).

Η μελωδία υπηρετεί τα νοήματα του ύμνου. Οπότε, συνυφασμένα και συναρμοσμένα, ο θεολογικός λατρευτικός λόγος με την κατάλληλη εκκλησιαστική μουσική συντελούν στην καλύτερη κατανόηση των νοημάτων και των μηνυμάτων τών ύμνων.

Ολόκληρη η υμνολογία τής Εκκλησίας μας είναι ένας ανεκτίμητος πνευματικός θησαυρός. Ειδικότερα, οι ύμνοι τής Μ. Εβδομάδας και του Πάσχα αποτελούν το αποκορύφωμα της εκκλησιαστικής μας ποίησης.

Όπως ο Παρθενώνας στην Ακρόπολη της Αθήνας είναι το εκλεκτότερο δημιούργημα-αφιέρωμα, η υψηλότερη έκφραση λατρείας, της Αθηναϊκής Δημοκρατίας στην πολιούχο θεά Αθηνά, έτσι και η Υμνολογία τής Ορθόδοξης Ανατολικής Εκκλησίας, μαζί με τις λατρευτικές ευχές τής Θείας Λειτουργίας, είναι το εκλεκτότερο αφιέρωμα του Ορθόδοξου πληρώματος της Εκκλησίας στον τριαδικό χριστιανικό Θεό. Τον μόνο υπαρκτό Θεό. Τον αποκαλυφθέντα, τον επιφανέντα, τον ενανθρωπήσαντα, τον σταυρωθέντα, τον ταφέντα και αναστάντα.

Ο Παρθενώνας προέκυψε από τη συνεργασία εκλεκτών εκπροσώπων δύο καλών τεχνών: της αρχι-τεκτονικής και της γλυπτικής. Η Ορθόδοξη υμνολογία διαμορφώθηκε σε χρονική διάρκεια αιώνων από χαρισματούχους εκπροσώπους δύο άλλων καλών τεχνών: της ποίησης και της μουσικής.

Η Ορθόδοξη Ανατολική Εκκλησία, στην οποία κυριαρχεί η ελληνική γλώσσα, που είναι η «μητρική» γλώσσα τού χριστιανισμού, η γλώσσα τών Ευαγγελίων και των επιστολών τών Αποστόλων, (αλλά κυριαρχεί γενικότερα ο γλωσσικός ελληνικός πολιτισμός, — η φιλοσοφία, η ρητορική κ. ά.), έδωσε έμφαση στον λόγο, (δηλαδή στο περιεχόμενο των κειμένων), σε όλες τις ιερές Ακολουθίες της, σε όλες τις λατρευτικές εκδηλώσεις της. Ο λόγος ήταν από την αρχαιότητα ο κυριότερος τρόπος έκφρασης των Ελλήνων. Οι αρχαίοι Έλληνες ήταν λάτρεις τού λόγου.

Ο Όμηρος, ο Ησίοδος, οι επτά σοφοί, οι προσωκρατικοί φιλόσοφοι, ο Δημοσθένης, ο Θουκυδίδης, ο Ισοκράτης, ο Πλάτων, ο Αριστοτέλης, οι Στωικοί, οι Επικούρειοι και οι άλλοι φιλόσοφοι και συγγραφείς είναι γνωστοί σε ολόκληρο τον κόσμο από τα κείμενα που έγραψαν.

Αυτό το χαρακτηριστικό γνώρισμα τών Ελλήνων το διατήρησε η Ορθόδοξη Εκκλησία.

Αντίθετα, η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία και οι Προτεσταντικές Εκκλησίες-ομολογίες έδωσαν έμφαση στη μουσική. Δεν ανέπτυξαν σπουδαία υμνολογία. Οι Προτεστάντες μάλιστα έχουν υμνολογική ένδεια (φτώχεια). Έβαλαν στους ναούς τους το εκκλησιαστικό όργανο, το αρμόνιο και τις μεικτές χορωδίες και περιορίστηκαν στα μουσικά ακούσματα.

ΤΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΤΗΣ ΥΜΝΟΛΟΓΙΑΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΜΑΣ

Οι υμνογράφοι, των οποίων η Εκκλησία επέλεξε τους ύμνους και τους ενέταξε στη θεία λατρεία και στις ιερές ακολουθίες, ήταν βαθείς γνώστες τής χριστιανικής θεολογίας. Γνώριζαν πολύ καλά την Παλαιά και την Καινή Διαθήκη, καθώς και τη διδασκαλία τών Πατέρων τής Εκκλησίας, (τα πατερικά κείμενα και τις αποφάσεις τών Οικουμενικών Συνόδων). Γνώριζαν καλά και την αρχαία ελληνική φιλοσοφία και χρησιμοποίησαν από εκείνη όποια στοιχεία ήταν συμβατά με τη χριστιανική διδασκαλία.

Επίσης, γνώριζαν πολύ καλά την αρχαία ελληνική γλώσσα και επέλεγαν κάθε φορά τις καταλληλότερες λέξεις από το πλουσιότατο λεξιλόγιο της διαχρονικής ελληνικής γλώσσας ή χρησιμοποιούσαν ανάλογα πρώτους ή δεύτερους χρόνους ρημάτων για να αποδώσουν με ακρίβεια τις πράξεις τών προσώπων που πρωταγωνιστούσαν σε κάποια σημαντικά γεγονότα∙ (π.χ. ο Ιούδας «χορού τών αποστόλων ριφείς», όχι ριφθείς), καθώς και τις δογματικές αλήθειες τής πίστεώς μας, (π.χ. «Χριστός ανέστη», όχι ανεστήθη∙ «Χριστός εφάνη εν Ιορδάνη», όχι εφάνθη).

Η υμνολογία τής Εκκλησίας μας υπομνηματίζει (επισημαίνει και υπενθυμίζει) τόσο την Παλαιά όσο και την Καινή Διαθήκη. Αναφέρεται σε φράσεις και λέξεις τής Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης που επιβεβαιώθηκαν ή έχουν ιδιαίτερη σημασία για μας τους ανθρώπους. Δοξολογεί την Τριαδική Θεότητα,  αναδεικνύει τα έργα και τη διδασκαλία τού Χριστού, και ανυμνεί την Υπεραγία Θεοτόκο, η οποία συνέδεσε τους ανθρώπους με τον Θεό και έγινε μεσίτρια για τη σωτηρία τών ανθρώπων. («Σε, την μεσιτεύσασαν την σωτηρίαν τού γένους ημών, ανυμνούμεν, Θεοτόκε Παρθένε»). Ακόμη, υμνεί τους αρχαγγέλους και τους αγγέλους και εγκωμιάζει τους αγίους τής πίστεώς μας.

Η υμνωδία είναι γνώρισμα, λατρευτικό στοιχείο, όλων των θρησκειών. Ο άνθρωπος αισθάνεται φυσική την ανάγκη να υμνήσει τον Θεό. Στην Ιουδαϊκή θρησκεία οι ύμνοι και οι ωδές, με τη συνοδεία μουσικών οργάνων, ήταν κάτι το συνηθισμένο. Οι Ισραηλίτες, μετά τη θαυματουργική διέλευσή τους μέσα από την Ερυθρά θάλασσα και τη σωτηρία τους από τους Αιγύπτιους, έψαλαν ευχαριστήριους ύμνους-ωδές στον Θεό, και οι γυναίκες χόρεψαν  («εξαρχούσης Μαριάμ», της αδελφής τού Μωυσή). Οι Άγιοι τρεις Παίδες στη Βαβυλώνα «εν τη καμίνω βληθέντες, Θεόν ωμολόγουν ψάλλοντες∙ ευλογείτε, τα έργα Κυρίου, τον Κύριον». Ο Χριστός και οι μαθητές του, όταν τελείωσε ο Μυστικός Δείπνος, «υμνήσαντες  εξήλθον εις το όρος τών ελαιών». (Ματθ. κστ΄, 30).

Κάθε αρχαίος λαός είχε τη μουσική του. (Οι Εβραίοι, οι Αιγύπτιοι, οι Σύροι, οι Πέρσες, οι Έλληνες κλπ.). Η μουσική τών λαών αυτών είχε και κοινά στοιχεία αλλά και διαφορές. Κατά τους Ελληνιστικούς χρόνους, μαζί με τον γενικότερο ελληνικό πολιτισμό, διαδόθηκε σε όλους αυτούς τους λαούς και η ελληνική μουσική, η οποία συγκράθηκε (κράση = μείξη) με τη μουσική τών άλλων λαών.

Κατά τον 4ο μ.Χ. αιώνα, μετά το διάταγμα περί ανεξιθρησκίας που εξέδωσαν ο Μ. Κωνσταντίνος και ο Λικίνιος, διαμορφώθηκαν δύο είδη εκκλησιαστικού άσματος μεταξύ τών χριστιανικών Εκκλησιών. Το απλούστερο, το οποίο συνιστούσε και ο Μ. Αθανάσιος, και το τεχνικότερο, το οποίο συνηθιζόταν περισσότερο στις ανατολικές επαρχίες τού χριστιανισμού.

Είπαμε ότι η Ορθόδοξη υμνολογία είναι ποίηση, εκκλησιαστική ποίηση. Πολλοί ύμνοι έχουν τα χαρακτηριστικά τής λεγόμενης κλασικής ή παραδοσιακής ποίησης, {έχουν ισοσύλλαβους στίχους, ρυθμικό μέτρο (ίαμβος, τροχαίος, σπονδείος, δάκτυλος, ανάπαιστος), ομοιοκαταληξία κλπ.}, ενώ άλλοι έχουν τα χαρακτηριστικά τής σύγχρονης ποίησης∙ δηλ. ελεύθερο στίχο, συμβολισμούς, εικόνες, παραλληλισμούς, αντιθέσεις. Όλοι οι ύμνοι, είτε ποιήματα είτε πεζά (ή καταλογάδην), είναι μελοποιημένοι∙ ψέλνονται.

Η εκκλησιαστική ποίηση, ως νέα μορφή ποιήσεως, έλαβε υπόψη της κυρίως τον αριθμό τών συλλαβών και τον τόνο τών λέξεων, όσον αφορά τον μουσικό ρυθμό. Έτσι, προέκυψε τονική στιχουργία, αφού είχε καταργηθεί η προσωδιακή στιχουργία (με τις μακρές και τις βραχείες συλλαβές).

Η Βυζαντινή εκκλησιαστική μουσική φροντίζει να τονίζει μουσικά τις λέξεις στη συλλαβή που βρίσκεται ο τόνος τής κάθε λέξεως, διότι δίνει προτεραιότητα στην απόδοση των νοημάτων τού κειμένου. Υποτάσσει τον μουσικό τονισμό στον λεκτικό τονισμό. Αντίθετα προς την Ευρωπαϊκή μουσική, η οποία προκαθορίζει το μέτρο τής μελωδίας (4/4, ¾, 2/4 κλπ.) και τονίζει τον ισχυρό πόδα τού μέτρου, οπότε συμβαίνει να έχουμε και παρατονισμό τών λέξεων (π. χ. |και σαν πρώτα |άντρειωμενη |χαίρε…).

Θα συνεχίσω για να αναδείξω και άλλα ενδιαφέροντα στοιχεία τής υμνολογίας. Ακόμη, θα κάνω αναφορά στους σημαντικότερους υμνογράφους και θα εξηγήσω επιλεγμένους ύμνους. (ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ)