Άρθρα

Ελληνορθόδοξη εκκλησία και ελληνική γλώσσα (2ο)

Γράφει ο Συγγραφέας ΓΙΑΝΝΗΣ Β. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ

Τα Ελληνικά έγιναν η γλώσσα τού Ευαγγελίου, τής Καινής Διαθήκης, για δύο κυρίως λόγους: πρώτον, επειδή είχαν διαδοθεί σε πάρα πολλούς λαούς, και δεύτερον, διότι ήταν η γλώσσα τών γραμμάτων και του πολιτισμού. Έχει σημασία. Ποια σημασία έχει θα την εξηγήσω ευθύς αμέσως. Αυτή, βέβαια, είναι η ανθρώπινη εξήγηση. Ωστόσο, κανείς δεν μπορεί να αποκλείσει και την τυχόν θεϊκή προτίμηση.

Η εξάπλωση της ελληνικής γλώσσας σε όλον τον ελληνιστικό κόσμο τής Ανατολής, για περισσότερα από 350 χρόνια, (μέχρι τότε), με τη συνακόλουθη διάδοση των ιδεών, των ιδεωδών και του πνεύματος του Ελληνισμού, κυρίως του Πλάτωνα, του Αριστοτέλη και των Στωικών φιλοσόφων, μέσω τών σχολών που λειτουργούσαν σε όλες σχεδόν τις μεγάλες πόλεις, προετοίμασαν το έδαφος, λειτούργησαν ως προπαιδεία στους ανθρώπους για να δεχτούν τη διδασκαλία τού Χριστιανισμού.

Προφανώς, η υψηλού επιπέδου θεολογική και φιλοσοφική διδασκαλία τού Χριστιανισμού απαιτούσε, αφενός μεν, μια προπαιδεία τών ανθρώπων, για να γίνει κατανοητή, και αφετέρου, μια γλώσσα ικανή και κατάλληλη να αποδώσει αυτή τη διδασκαλία.

Και ακόμη, ίσως έπρεπε να κερδηθεί ο Ελληνισμός, οι Έλληνες φιλόσοφοι και διανοητές, οι οποίοι αποδεχόμενοι τον Χριστιανισμό, θα αποτελούσαν κάποια εγγύηση για τους απλούς ανθρώπους και θα λειτουργούσαν ως ισχυροί αναμεταδότες και πολλαπλασιαστές τής διδασκαλίας τού Χριστιανισμού. Όπως και έγινε με τους λεγόμενους Απολογητές, Έλληνες και Ελληνιστές φιλοσόφους (τον Ιουστίνο, τον Αθηναγόρα, τον Μιλτιάδη, τον Κορδάτο κ. ά.).

Στο σημείο αυτό, ένας στοχαστικός νους, ένα ερευνητικό πνεύμα, που δεν αποδέχεται μοιρολατρικά τα πράγματα, αλλά προσπαθεί να συσχετίζει και να αιτιολογεί τα γεγονότα και τις εξελίξεις, μπορεί να αναρωτηθεί: Άραγε, αυτό όλο το σκηνικό, δηλαδή η εξάπλωση της ελληνικής γλώσσας σε όλον τον τότε γνωστό κόσμο και η διάδοση του ελληνικού πολιτισμού και του ελληνικού πνεύματος, έγιναν τυχαία ή μήπως ήταν έργο τής θείας Πρόνοιας; Οι ιστορικές εξελίξεις διαμορφώνονται τυχαία ή είναι έργο τής θείας Οικονομίας;

Είναι προφανές ότι οι άθεοι, οι αγνωστικιστές και οι αδιάφοροι περί την πίστη θα πουν ότι έγιναν τυχαία. Όλα τυχαία γίνονται. Οι πολλές και περίεργες συμπτώσεις, όμως, και οι συσχετίσεις τών γεγονότων έχουν οδηγήσει τους ανθρώπους στο συμπέρασμα ότι τίποτε δεν είναι τυχαίο. Κάτι συμβαίνει. (Ο λαός μιλάει για ευτυχείς συγκυρίες και συναντήσεις, αλλά και για διαβολικές συμπτώσεις, δηλαδή για καθοδηγημένες συγκυρίες και συμπτώσεις. Ποιος τις καθοδηγεί;).

Οι πιστοί, ωστόσο, θα πουν με βεβαιότητα ότι ήταν έργο τής θείας Πρόνοιας, διότι δεν μπορεί τόσο σημαντικά γεγονότα με άμεση σύνδεση μεταξύ τους, ως διαδοχικές φάσεις ενός σχεδίου, να γίνονται τυχαία. Η Ορθόδοξη πίστη, η οποία είναι εμπειρική και ψηλαφητή πίστη, διδάσκεται από τα γεγονότα τής ιστορικής της διαδρομής και ξέρει να διακρίνει τις βεβαιότητες από τις εικασίες. Έχει εμπειρίες και πείρα δύο χιλιάδων χρόνων.

Ύστερα από τις χρήσιμες αυτές διευκρινίσεις, επανέρχομαι στο κυρίως θέμα, δηλαδή να εξηγήσω το ιστορικό γλωσσικό παράδοξο, γιατί τα βιβλία τής Καινής Διαθήκης γράφτηκαν από Εβραίους στα Ελληνικά και όχι στα Εβραϊκά.

Γνωρίζουμε ότι ήδη από τον 3ο π. Χ. αι. η πλειονότητα των Εβραίων τής διασποράς, εκείνων δηλαδή που ζούσαν έξω από τα σύνορα του Ισραήλ, ήταν ελληνόφωνη. Ήταν οι επονομαζόμενοι Ελληνιστές. (Ελληνιστές λέγονταν και όλοι οι αλλοεθνείς που μιλούσαν Ελληνικά). Για παράδειγμα, η εβραϊκή παροικία στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, που ήταν και πολυπληθής, ήταν ελληνόφωνη.

Αυτός ήταν ένας από τους λόγους για τους οποίους ο βασιλιάς τής Αιγύπτου Πτολεμαίος Β΄ (285-246 π. Χ.), — γιος τού Πτολεμαίου Α΄, τού Μακεδόνα στρατηγού τού Μ. Αλεξάνδρου — ζήτησε από τους Ιουδαίους αρχιερείς τού Ισραήλ στα Ιεροσόλυμα να μεταφράσουν τα ιερά βιβλία τής πίστεώς τους, δηλ. την Παλαιά Διαθήκη, στα Ελληνικά, για χάρη τών Ιουδαίων Ελληνιστών. Η μεταφραστική εργασία έγινε στην Αλεξάνδρεια, γύρω στο έτος 250 π. Χ., από 72 ερμηνευτές (6 από κάθε φυλή τών Εβραίων, οπότε, 6 ∙ 12 = 72), και γι’ αυτό ονομάστηκε Μετάφραση των Εβδομήκοντα (Ο΄) ερμηνευτών, ή απλώς Μετάφραση των Εβδομήκοντα. Η Μετάφραση έγινε στην Ελληνιστική Κοινή διάλεκτο, η οποία ήταν η καθομιλουμένη ελληνική γλώσσα τής εποχής.

[Ένας άλλος λόγος για τον οποίο μεταφράστηκαν στα Ελληνικά τα ιερά βιβλία τών Εβραίων ήταν ότι ο Πτολεμαίος Β΄ ήθελε να συγκεντρώσει στη Βιβλιοθήκη τής Αλεξάνδρειας τη σοφία, τα βιβλία όλου τού τότε γνωστού κόσμου. Ένα έργο πολύ φιλόδοξο και μεγαλεπήβολο.]

Θα λέγαμε, λοιπόν, ότι υπήρχε προηγούμενο, όσον αφορά τα ιερά βιβλία τών Εβραίων και την ελληνική γλώσσα. Έτσι, οι Ευαγγελιστές και οι Απόστολοι του Χριστού έγραψαν τα βιβλία τής Καινής Διαθήκης στην ελληνική γλώσσα, στην Ελληνιστική Κοινή διάλεκτο. Θυμίζω ότι η Κ. Διαθήκη περιλαμβάνει 27 βιβλία, τα οποία γράφτηκαν κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 47 μ. Χ. έως το 95.

Οι θεόπνευστοι συγγραφείς τής Κ. Διαθήκης, όλοι ανεξαιρέτως, έγραψαν τα βιβλία τους στην καθομιλουμένη γλώσσα, ώστε το μήνυμα του Ευαγγελίου, δηλ. η διδασκαλία και το θέλημα του ενανθρωπήσαντος και αναστάντος εκ νεκρών Θεού, να γίνει γνωστό και κατανοητό από όλους τους ανθρώπους, εγγράμματους και μη. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο ο απ. Παύλος, απευθυνόμενος στους Κορίνθιους κήρυκες τού Ευαγγελίου, τους συμβούλευε να χρησιμοποιούν λόγο σαφή και κατανοητό από τον λαό: «Εάν μη εύσημον λόγον δώτε διά της γλώσσης, πώς γνωσθήσεται το λαλούμενον; Έσεσθε γαρ εις αέρα λαλούντες». (Α΄ Κορινθ. ιδ΄, 9). Δηλαδή, εάν η ομιλία σας δεν είναι σαφής και κατανοητή, πώς θα καταλάβουν οι άλλοι αυτό που λέτε; Θα είναι σαν να μιλάτε στον αέρα, δηλ. χωρίς αποτέλεσμα.

Τί μεσολάβησε, όμως, ώστε τα κείμενα που γράφτηκαν αργότερα, όπως: η Θεία Λειτουργία, οι ιερές Ακολουθίες, η Υμνολογία, η εκκλησιαστική γραμματεία, τα απολογητικά κείμενα, οι αποφάσεις τών Οικουμενικών Συνόδων κλπ. να είναι γραμμένα κατά ένα μέρος ή εξολοκλήρου στην Αττική διάλεκτο, δηλαδή σε αρχαϊκότερη και δυσκολότερη γλώσσα; Δείτε:

Την ίδια ακριβώς εποχή που άρχισαν να γράφονται τα βιβλία τής Κ. Διαθήκης, δηλ. γύρω στο 50 μ.Χ. άρχισε και η δεύτερη φάση τού Αττικισμού. Ο Αττικισμός ήταν ένα πνευματικό, γλωσσικό κίνημα το οποίο θέλησε να αναβιώσει στη λογογραφία και στη λογοτεχνία την Αττική διάλεκτο, ως γλώσσα περιωπής, σύμφωνα με τα πρότυπα των αττικών συγγραφέων τού 5ου και του 4ου αι. π. Χ., αντί της Ελληνιστικής Κοινής γλώσσας, την οποία μιλούσαν όλοι οι Έλληνες αλλά και ο Ελληνιστικός κόσμος.

Το κίνημα αυτό γεννήθηκε τον 1ο π. Χ. αι. και γιγαντώθηκε από το 50 μ. Χ. μέχρι το τέλος τού 4ου μ.Χ. αιώνα. Το κίνημα δημιουργήθηκε από τις εύπορες τάξεις και τους διανοητές τού ελληνικού κόσμου και στη συνέχεια διαδόθηκε στον ελληνιστικό κόσμο και στις ανώτερες τάξεις τών Ρωμαίων. Τόσο οι ανώτερες τάξεις τών Ελλήνων όσο και οι διανοητές νοσταλγούσαν και ονειροπολούσαν αρχαίες δόξες και θέλοντας να ξεχωρίζουν από τον πολύ λαό, έπρεπε να μιλούν άλλη γλώσσα, ανώτερη, πιο λόγϊα.

Στο κίνημα του Αττικισμού προσχώρησαν και οι πολέμιοι του Χριστιανισμού, οι οποίοι μάλιστα ήταν και υπέρμαχοι του Δωδεκαθέου, της παλιάς πολυθεϊστικής ειδωλολατρικής θρησκείας. Αττικιστές ήταν και αρκετοί από τους Ρωμαίους αυτοκράτορες (ελληνοτραφείς και φιλέλληνες), όπως: ο Οκταβιανός Αύγουστος, ο Τιβέριος, ο Κλαύδιος Α΄, ο Δομιτιανός, ο Αδριανός, ο Μάρκος Αυρήλιος και ο Ιουλιανός.

Οι Αττικιστές κατηγορούσαν τους χριστιανούς ότι αγνοούν «το ελληνίζειν», (δηλαδή το ορθώς ονομάζειν), ότι χρησιμοποιούσαν τη γλώσσα τού «χύδην όχλου», και μάλιστα, ειρωνεύονταν τους χριστιανούς συγγραφείς για την απλοϊκή γλώσσα τους. Έλεγαν χαρακτηριστικά: «Αν θέλουν να διδάξουν λογοτεχνία, έχουν τον Λουκά και τον Μάρκο (τους Ευαγγελιστές). Ας ασχοληθούν στις εκκλησιές τους μ’ αυτούς». Η απαξίωση της γλώσσας τών χριστιανών απέβλεπε και στην απαξίωση του Χριστιανισμού.

Κάτω από αυτές τις συνθήκες, και για να μη δίνεται η εντύπωση στους χριστιανούς ότι η θρησκεία τους είναι υποδεέστερη από τη θρησκεία των εθνικών, άρχισαν οι χριστιανοί Απολογητές και οι λοιποί εκκλησιαστικοί συγγραφείς να χρησιμοποιούν την Αττική διάλεκτο.

Στα χρόνια που ακολούθησαν, οι Πατέρες τής Εκκλησίας είχαν να αντιμετωπίσουν όχι μόνο τους εθνικούς λογίους, αλλά και τις διάφορες αιρέσεις που εμφανίστηκαν στον χριστιανισμό από τον 3ο αι., οι οποίες επηρεάζονταν από διδασκαλίες αρχαιότερων Ελλήνων φιλοσόφων. Έπρεπε, λοιπόν, να γνωρίζουν αυτές τις διδασκαλίες, να τις κρίνουν με τα κριτήρια του Χριστιανισμού, και να είναι σε θέση να τις αντιμετωπίζουν.

Πολλοί από τους Πατέρες τής Εκκλησίας είχαν σπουδάσει σε διάφορες σχολές τού ελληνιστικού κόσμου. Οι μεγάλοι Πατέρες είχαν σπουδάσει στις πιο περιώνυμες σχολές τής εποχής. Ο Μ. Βασίλειος και ο Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός στη σχολή τής Αθήνας∙ ο Μ. Αθανάσιος στη σχολή τής Αλεξάνδρειας∙ ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος στη σχολή τής Αντιόχειας. Η ελληνική φιλοσοφία και η ρητορική προσέφεραν ισχυρά όπλα στον αγώνα τής απολογητικής που διεξήγαν οι Πατέρες τής Εκκλησίας κατά τον 4ο και τον 5ο αι., αλλά και στη διατύπωση της δογματικής διδασκαλίας τού Χριστιανισμού.

Όλα αυτά ανάγκασαν τον ανώτερο κλήρο να έχει και καλή «θύραθεν παιδεία», (εξωεκκλησιαστική), με αποτέλεσμα να τον οδηγήσουν στον Αττικισμό. Προς το τέλος τού 5ου αι. αποδέχτηκε τον Αττικισμό (ως γλώσσα) και η επίσημη Εκκλησία.

(ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ)