Άρθρα

Ελληνορθόδοξη εκκλησία και ελληνική γλώσσα (1ο)

Γράφει ο Συγγραφέας ΓΙΑΝΝΗΣ Β. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ

Η Ελληνορθόδοξη Εκκλησία, όπως αυτή εκφράζεται από το Οικουμενικό Πατριαρχείο ΚΠόλεως, το Πατριαρχείο Αλεξανδρείας, το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων, την Εκκλησία τής Κύπρου και την Εκκλησία τής Ελλάδος, διατηρεί και χρησιμοποιεί τη διαχρονική ελληνική γλώσσα∙ διασώζει γλωσσικά τη διαχρονικότητα του Ελληνισμού.

Στα βιβλία τής Καινής Διαθήκης, στην Υμνολογία και τις ιερές ακολουθίες, στα έργα τών Πατέρων τής Εκκλησίας, στον κηρυκτικό λόγο και στους «Βίους τών Αγίων» διασώζεται η διαχρονική ελληνική γλώσσα όλων των περιόδων τής φυλής μας: της Αττικής διαλέκτου, της Αλεξανδρινής ή Ελληνιστικής Κοινής, της Βυζαντινής (λόγιας και δημώδους), της Καθαρεύουσας και της Νεοελληνικής. Η Εκκλησία κρατάει ζωντανή και «εν χρήσει» την ενιαία ελληνική γλώσσα, αδιάκοπου ιστορικού βίου 3.000 χρόνων.

Δεν την διατηρεί νεκρή στις βιβλιοθήκες ή στα μουσεία, αλλά την μιλάει καθημερινά∙ είναι η λειτουργική της γλώσσα. Επαναλαμβάνω και επισημαίνω: Δεν χρησιμοποιεί την αρχαία γλώσσα μόνο, (όπως κάνει το Ισραήλ), ή τη γλώσσα μιας χρονικής περιόδου, (όπως κάνουν οι Ρώσοι, οι οποίοι χρησιμοποιούν στη λατρεία τους την παλαιοσλαβική γλώσσα τού 10ου αι. μ. Χ.), αλλά χρησιμοποιεί τις μορφές τής γλώσσας μας όλων των περιόδων. Αυτό είναι μοναδικό γεγονός στην παγκόσμια ιστορία. Αυτό το κατόρθωμα είναι μια πολύ σημαντική προσφορά στο έθνος μας, στον λαό μας, στον πολιτισμό.

Η γλώσσα, όπως είναι γνωστό, αποτελεί ένα από τα κύρια στοιχεία, το πρώτο, της ταυτότητας κάθε λαού. Αυτό ισχύει για όλες τις γλώσσες. Η ελληνική γλώσσα όμως, στη διαχρονική της διάσταση, πέρα από στοιχείο τής ταυτότητας του λαού μας, ήταν και είναι (αναγνωρίζεται διεθνώς ως) η γλώσσα τής φιλοσοφίας, της επιστήμης (αναφέρομαι στους επιστημονικούς όρους, ιδιαίτερα της ιατρικής), της τεχνολογίας και του πολιτισμού. {«Όλες οι λέξεις τού πολιτισμού είναι ελληνικές», (Stig Martin Moller, Δανός αξιωματούχος στον τομέα τού πολιτισμού)}.

Επομένως, μιλάμε για μια γλώσσα ιδιαίτερα καλλιεργημένη, γλώσσα τών γραμμάτων, της τέχνης και του πολιτισμού. Μια γλώσσα η οποία γονιμοποίησε και εμπλούτισε όλες σχεδόν τις ευρωπαϊκές γλώσσες (μέσω τής Λατινικής), καθώς και τις σλαβικές γλώσσες (μέσω τού κυριλλικού αλφάβητου, της εκκλησιαστικής υμνολογίας και της πατερικής γραμματείας), μια γλώσσα οικουμενική, (όπως τη χαρακτήρισε η Ζακλίν ντε Ρομιγύ, Γαλλίδα ακαδημαϊκός και βραβευμένη Ελληνίστρια).

Πάρα πολλοί λαοί, σε όλες τις ηπείρους τής Γης, θεωρούν την ελληνική γλώσσα ως τη ρίζα, την πηγή τού δικού τους πολιτισμού. Αυτό μας θυμίζουν οι Ρώσοι κάθε φορά που εμείς οι Νεοέλληνες ακρωτηριάζουμε τη γλώσσα μας, για ιδεολογικοπολιτικούς κυρίως λόγους. «Μην αλλοιώνετε τη γλώσσα σας. Εμείς τη θεωρούμε πηγή τού πολιτισμού μας, (κυριλλικό αλφάβητο, υμνολογία, πατερική θεολογία). Απαιτούμε να διατηρείτε την πηγή καθαρή». Αυτό δήλωσε Ρώσος Ελληνιστής σε συνέδριο για την ελληνική γλώσσα.

Όταν το έτος 1976 η τότε ελληνική κυβέρνηση καθιέρωσε τη Νεοελληνική (Δημοτική) Γλώσσα, ως γλώσσα τής Εκπαίδευσης, της Διοίκησης και της Δικαιοσύνης, — και έπραξε σωστά –, αλλά κατάργησε τη διδασκαλία τών αρχαίων ελληνικών από το πρωτότυπο, (επέβαλε να διδάσκονται από μεταφράσεις), — αυτό ήταν μεγάλο λάθος –, ο τότε Πρόεδρος της Σενεγάλης, (χώρα τής Δυτ. Αφρικής), Σ. Σεγκόρ, διανοούμενος με διεθνή αναγνώριση, εξέφρασε τη δυσάρεστη έκπληξή του και διαμαρτυρήθηκε λέγοντας: «Τί πάτε να κάνετε; Εμείς θεωρούμε την αρχαία γλώσσα σας μήτρα τού παγκόσμιου πολιτισμού».

Παρέθεσα αυτές τις δύο ενδεικτικές μαρτυρίες για να γίνει φανερό ότι αυτά που γράφω για τη γλώσσα μας δεν είναι εθνικιστική ιδεοληψία ή φυλετική αυταρέσκειά μας, αλλά μια αλήθεια την οποία αναγνωρίζουν και ομολογούν κυρίως οι ξένοι.

Όπως προκύπτει από όλα όσα έχω γράψει μέχρι τώρα, η ελληνική γλώσσα έχει ιδιαίτερη αξία και ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Δεν είναι απλώς μια γλώσσα επικοινωνίας, όπως είναι πολλές άλλες γλώσσες. Είναι μια γλώσσα επεξεργασμένη, καλλιεργημένη, λεπτουργημένη. Εκτός από το πολύ σημαντικό ενδιαφέρον που έχει η ετυμολογική εξήγηση των λέξεών της, (ολόκληρη φιλοσοφία), η ελληνική γλώσσα καλλιεργήθηκε φιλολογικά, φιλοσοφικά, ρητορικά, ποιητικά, λογοτεχνικά. Είναι μια γλώσσα εξαιρετικών εκφραστικών δυνατοτήτων. Είναι μια γλώσσα ποιοτική.

Για να φανεί καλύτερα αυτό που θέλω να πω, ας μου επιτραπεί να χρησιμοποιήσω ένα ανάλογο παράδειγμα. Οι άνθρωποι χρησιμοποίησαν αρχικά για το φαγητό τους πήλινα σκεύη {γαβάθες (= βαθιά πιάτα) και κούπες (= ποτήρια)}. Αναπτύσσοντας σταδιακά πολιτισμό κατασκεύασαν πιο ποιοτικά σκεύη (γυάλινα, κρυστράλλινα, πορσελάνινα, ασημένια, χρυσά). Δεν έμειναν μόνιμα στον πηλό!

Το ίδιο έγινε και με τη γλώσσα. Ξεκίνησε ως απλή γλώσσα επικοινωνίας. Οι Έλληνες, όμως, καθώς καλλιέργησαν ιδιαίτερα τα γράμματα, καλλιέργησαν ταυτόχρονα και τη γλώσσα, διότι λογικό και γλώσσα συνδιαμορφώνονται∙ καλλιεργούνται μαζί. Έτσι, η ελληνική γλώσσα έγινε μια ιδιαίτερα καλλιεργημένη γλώσσα.

Τα γράφω αυτά και επιμένω, διότι, δυστυχώς, πολλοί Έλληνες διεθνιστές και εθνομηδενιστές, («όλη η Γη μία πατρίδα»), υποβαθμίζουν και απαξιώνουν την ελληνική γλώσσα, εξισώνοντάς την με όλες τις άλλες γλώσσες. Αυτή η λογική, στο όνομα τάχα τής ισότητας των λαών, είναι ιδεολογικοπολιτική. Δεν έχει σχέση με την πραγματικότητα. Ό,τι δεν έχει σχέση με την πραγματικότητα δεν έχει αξία και δεν δικαιώνεται∙ η ίδια η ζωή, αργά ή γρήγορα, αποκαλύπτει τί είναι αληθινό και τί είναι ψεύτικο.

Για να έχουμε ένα μέτρο σύγκρισης και για να καταλάβουμε τη διαφορά, παραθέτω τα εξής συγκρι-τικά στοιχεία. Στην ελληνική γλώσσα υπάρχουν γραπτά κείμενα έντεχνου λόγου από τον 8ο π.Χ. αι. Τα έργα τού Ομήρου. Στους αιώνες που ακολούθησαν έχουμε έργα τού Ησιόδου, του Αρχιλόχου, της Σαπφώς, του Αλκαίου, των επτά σοφών, των προσωκρατικών φιλοσόφων, του Ηροδότου, των τραγικών και των κωμικών ποιητών, του Δημοσθένη, του Θουκυδίδη, του Πλάτωνα, του Αριστοτέλη και των άλλων φιλοσόφων και ποιητών. Από τον 8ο π. Χ. αι. και μετά δεν υπήρξε αιώνας στον οποίο να μην γράφτηκε κάτι αξιόλογο στην ελληνική γλώσσα.

Στις γλώσσες τών άλλων λαών κείμενα έντεχνου λόγου (όχι μόνο επιγραφές) έχουμε: Στη Λατινική από τον 3ο π. Χ. αι. Στην Αρμενική από τον 5ο μετά Χριστόν αιώνα. Στην Αγγλική από τον 7ο μ. Χ. αι. Στη Γερμανική από τον 8ο μ. Χ. αι. Στην Ιρλανδική από τον 8ο μ. Χ. αι. Στις Σλαβικές από τον 9ο μ. Χ. αι. (μετάφραση της Κ. Διαθήκης από τους Θεσ/νικείς αδελφούς Κύριλλο και Μεθόδιο). Στις Βαλτικές από το 14ο μ. Χ. αι. Στην Αλβανική από τον 15ο μ. Χ. αι. (μετάφραση του κατά Ματθαίον Ευαγγελίου).

Η ελληνική γλώσσα αναγνωρίζεται διεθνώς ως μία από τις πιο καλλιεργημένες γλώσσες τής υφηλίου. Πέρα από αυτό, η ελληνική γλώσσα απέκτησε ακόμη μεγαλύτερη αξία, υπεραξία, καθώς έγινε η «μητρική» γλώσσα τού Χριστιανισμού. Μοναδικό προνόμιο, θεϊκό. [Αυτό ενοχλεί τους διεθνιστές].

Στο θέμα τής γλώσσας τού Χριστιανισμού έχουμε ένα ιστορικό παράδοξο. Ποιο είναι αυτό; Δείτε.

Ο Χριστιανισμός υπήρξε ιστορικά γέννημα του Ιουδαϊσμού. Ο Ιησούς Χριστός ήρθε στη Γη ως Μεσσίας τών προσδοκιών τού ιουδαϊκού λαού. Γεννήθηκε, έζησε και έδρασε μέσα στο ιουδαϊκό περιβάλλον. Εξέλεξε ως συνεργάτες του τους δώδεκα μαθητές του από την επαρχία τής Γαλιλαίας, όπου μεγάλωσε. Εισήγαγε τη λατρεία «τού Θεού τού Αβραάμ, του Ισαάκ και του Ιακώβ».

Ο Χριστός μιλούσε Αραμαϊκά. (Τα Αραμαϊκά ήταν γλώσσα τού Βορειοδυτικού σημιτικού κλάδου. Μιλιόταν στην Περσία, Μεσοποταμία, Συρία, Παλαιστίνη). Οι μαθητές τού Χριστού ήταν Εβραίοι. Μιλούσαν Εβραϊκά και Αραμαϊκά. Η πρώτη χριστιανική Εκκλησία τών Ιεροσολύμων περιλάμβανε ως μέλη μόνο οπαδούς τής ιουδαϊκής πίστεως. Οι Απόστολοι του Χριστού άρχιζαν από την εβραϊκή Συναγωγή το κήρυγμά τους για τη νέα θρησκεία-πίστη. Το κήρυγμά τους απευθυνόταν πρωτίστως στους Ιουδαίους-Εβραίους. Επομένως, μιλούσαν Εβραϊκά ή Αραμαϊκά. Ο Χριστός, όταν τύφλωσε τον Σαούλ, (τον μετέπειτα απ. Παύλο), στον δρόμο προς τη Δαμασκό, τού μίλησε  «τη Εβραΐδι διαλέκτω».

Ωστόσο, όλα τα ιερά βιβλία τής Καινής Διαθήκης, (τα Ευαγγέλια, οι Πράξεις τών Αποστόλων, οι Επιστολές τών Αποστόλων και η Αποκάλυψη του Ιωάννου, συνολικά 27 βιβλία), τα οποία έγραψαν μαθητές και Απόστολοι του Χριστού, τα έγραψαν στην Ελληνική γλώσσα και μάλιστα στη λεγόμενη Ελληνιστική Κοινή διάλεκτο, που ήταν η καθομιλουμένη ελληνική γλώσσα τής εποχής εκείνης. Όχι στη γλώσσα τών εγγραμμάτων, την αττική διάλεκτο.

Περιέργως, θα έλεγε κανείς, δεν τα έγραψαν ούτε στα Αραμαϊκά ή στα Εβραϊκά, που ήταν η μητρι-κή τους γλώσσα, ούτε στα Ρωμαϊκά (Λατινικά), που ήταν η γλώσσα τού κατακτητή, δηλ. τής εξουσίας. Γιατί άραγε;   Δείτε.

Ο Χριστιανισμός ξεπερνούσε πλέον τα εθνοφυλετικά και γεωγραφικά όρια του Ισραηλιτικού λαού. Απευθυνόταν σε όλους τους λαούς. Η εντολή τού Χριστού προς τους μαθητές του, μετά την ανάστασή του, ήταν: «Πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τα έθνη», (Ματθ. κη΄, 19). Επομένως, τα Εβραϊκά δεν εξυπηρετούσαν∙ δεν ήταν διεθνής γλώσσα.

Τα Λατινικά, πέραν του ότι υπολείπονταν των Ελληνικών ως πολιτισμική αξία, το φαινομενικό πλεονέκτημά τους ότι ήταν γλώσσα τής εξουσίας, μπορεί να λειτουργούσε αρνητικά και να προκαλούσε την αντίδραση των κατακτημένων λαών. Εξάλλου, μπορεί να ήταν διεθνής γλώσσα, αλλά είχαν μικρότερη εξάπλωση από τα Ελληνικά.

Τα Ελληνικά έγιναν η γλώσσα τού Ευαγγελίου, της Καινής Διαθήκης, για δύο κυρίως λόγους:

Αυτούς τους λόγους και πολλά άλλα πράγματα θα τα δούμε στο επόμενο άρθρο.

(ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ)