ΆρθραΘεολογικά

Ελληνισμός – Χριστιανισμός | Μέρος 5ο

Γράφει ο Συγγραφέας Γιάννης Β. Παπαναστασίου

Έγραφα στο προηγούμενο άρθρο μου ότι οι Ορφικοί, οι Πυθαγόρειοι, ο Εμπεδοκλής, ο Πλάτων και άλλοι αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι, (όχι ο Αριστοτέλης), πίστευαν και δίδασκαν τη μετενσωμάτωση και τη μετεμψύχωση. (Όταν πεθαίνει ένας άνθρωπος η ψυχή του πηγαίνει σε κάποιο άλλο σώμα, σε κάποιον άλλον άνθρωπο ή ζώο). Ο Πυθαγόρας, (πιθανόν και οι Ορφικοί), δανείστηκε αυτές τις δοξασίες από τους Βαβυλώνιους, ίσως και από τους Αιγύπτιους. Ο Εμπεδοκλής και ο Πλάτων τις πήραν από τους Πυθαγόρειους. Οι Πατέρες τής Εκκλησίας, ως οι εγκυρότεροι ερμηνευτές τής χριστιανικής διδασκαλίας, απορρίπτουν αυτές τις δοξασίες. Σύμφωνα με τη χριστιανική διδασκαλία, κάθε άνθρωπος είναι μια ενιαία ψυχοσωματική οντότητα και κάθε ψυχή είναι συζευγμένη (συνδεδεμένη) με ένα και μόνο σώμα. Κατά τη Δευτέρα παρουσία τού Χριστού θα κριθούν από κοινού, σώμα και ψυχή, και μαζί θα δικαιωθούν ή μαζί θα κατακριθούν και θα τιμωρηθούν.

Συνεχίζω τη σύγκριση της διδασκαλίας των αρχαίων Ελλήνων φιλοσόφων με τη διδασκαλία τού Χριστιανισμού σε ορισμένα ακόμη βασικά θέματα.

4. Όλοι σχεδόν οι φιλόσοφοι δίδασκαν ότι σκοπός τής ζωής τού ανθρώπου είναι η ευτυχία, η ευδαιμονία, η μακαριότητα. Συνιστούσαν την απάθεια, την αταραξία, τη στωικότητα, το «κατά φύσιν ζην» και το «φάγωμεν, πίωμεν,* αύριον γαρ αποθνήσκομεν». (Οι Βαβυλώνιοι, και κάποιοι από τους δικούς μας, — οι ηδονιστικοί –, πρόσθεταν σ’ αυτό και το *«αφροδισιαζόμεθα»).

Ο Χριστιανισμός διδάσκει άλλα πράγματα. Σκοπός τής ζωής τού κάθε ανθρώπου, πέρα από το αυτονόητο της διαιώνισης του είδους, είναι (1) να εργασθεί και να αξιοποιήσει τα τάλαντα (ταλέντα ή χαρίσματα) που του χάρισε ο Θεός, και (2) να εφαρμόζει το θέλημα του Θεού, το «κατά Χριστόν ζην», ώστε, με τον σεβασμό προς τον Θεό και την αγάπη προς τον συνάνθρωπο, να αξιωθεί να γίνει πολίτης τής βασιλείας τού Θεού, να γίνει υιός Θεού κατά χάριν· «ίνα την υιοθεσίαν απολαύωμεν».

5. Ο Χριστιανισμός ανύψωσε τη γυναίκα και την έκανε ισότιμη με τον άνδρα· «ουκ ένι άρσεν και θήλυ». Είναι γνωστό πόσο υποτιμημένη ήταν στον αρχαίο κόσμο η γυναίκα. Για κάποιους λαούς ήταν απλώς «σκεύος ηδονής»· για άλλους ήταν «ακάθαρτη» για άλλους ήταν «περιουσιακό στοιχείο» και για άλλους ήταν «res» (πράγμα). Για να μη μιλήσουμε για την πολυγαμία τών ανδρών και για τις παλλακίδες, που ήταν σχεδόν θεσμός. Γενικότερα, ο αρχαίος κόσμος βαρυνόταν και με άλλα αρνητικά, όπως ήταν: η δουλεία, η ομοφυλοφιλία, η παιδεραστία, η ανηθικότητα (ιερόδουλες στους ναούς), ο καιάδας, η απουσία κοινωνικής πρόνοιας (γηροκομεία, ορφανοτροφεία, πτωχοκομεία)  κ. ά.

6. Ο Χριστιανισμός απάλλαξε τον άνθρωπο από τα δεσμά τής Τύχης και της Ειμαρμένης. Από τα μαντεία, τους μάντεις, τους μάγους και τις μάγισσες, τους οιωνοσκόπους, τους αστρολόγους, τους αγύρτες και τους τσαρλατάνους. Βέβαια, δεν μου διαφεύγει ότι οι άνθρωποι, ακόμη και σήμερα, πηγαίνουν σε μέντιουμ, σε αστρολόγους, σε μάγισσες, σε χαρτορίχτρες, σε καφετζούδες κ. ά., για να τους συμβουλευτούν ή να πληροφορηθούν «τα μέλλοντα συμβαίνειν». Και δυστυχώς, δεν πηγαίνουν μόνον απλοϊκοί άνθρωποι, αλλά και άνθρωποι της υψηλής (λεγόμενης) κοινωνίας, ακόμη και πρώην Πρωθυπουργός, μακαρίτης πλέον. Δεν είναι μόνον άβυσσος η ψυχή τού ανθρώπου, είναι αβυσσαλέα και η ανοησία πολλών ανθρώπων. Θέλω να επισημάνω ότι όλοι αυτοί οι αγύρτες είναι όργανα του σατανά. Πρόγνωση του μέλλοντος μπορούν να κάνουν, πρώτον, όσοι άνθρωποι έχουν προορατικό χάρισμα από τον Θεό· (αυτοί όμως είναι άνθρωποι αφιερωμένοι στον Θεό), και δεύτερον, όσοι είναι όργανα του σατανά. Ο σατανάς, ως πνευματικό ον, έχει τη δυνατότητα να προβλέπει «τα μέλλοντα συμβαίνειν» και αυτά τα αποκαλύπτει στα όργανά του, σε ανθρώπους που τον υπηρετούν.

Ύστερα από όλα αυτά νομίζω ότι ο καθένας διαπιστώνει ότι οι αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι και ο Ελληνισμός γενικότερα δεν δίδαξαν τα καλύτερα σε πάρα πολλά θέματα. Άνθρωποι ήταν και οι φιλόσοφοι· χαρισματικοί βέβαια και αξιοθαύμαστοι αλλά άνθρωποι. Καθώς, ωστόσο, είχαν διδάξει διαφορετικά και αντιφατικά πράγματα, η σύγχυση που επικρατούσε στους ανθρώπους ήταν μεγάλη. Ο Χριστός ήταν αυτός που δίδαξε την αλήθεια και ξεκαθάρισε τα πράγματα. Στο σημείο αυτό πρέπει να προσθέσω και τούτο: Ο Χριστός μιλούσε πάντα πεπαρρησιασμένα, δηλ. με παρρησία, με βεβαιότητα και αυτοπεποίθηση, ως γνώστης τής αλήθειας, «ως εξουσίαν έχων», ως Θεός. Δεν έλεγε «εγώ νομίζω».

Ωστόσο, δεν μπορεί να μην αναγνωρίσει και να μη θαυμάσει κανείς την οξύνοια, την εμβρίθεια και τη διεισδυτικότητα του πνεύματος των αρχαίων Ελλήνων φιλοσόφων. Μερικοί μάλιστα, ως υψιπέτεις πνευματικοί αετοί, προσέγγισαν αυτά τα κράσπεδα «των ιματίων τού Θεού». Θαυμαστό κατόρθωμα!

Οι μεγάλοι Πατέρες τής Εκκλησίας τού 4ου αι., και κυρίως οι Καππαδόκες Πατέρες, αλλά και οι Αλεξανδρείς και οι Αντιοχείς, Έλληνες οι περισσότεροι εκ καταγωγής αλλά και κατά την παιδείαν, οι οποίοι γνώριζαν πολύ καλά τόσο τη διδασκαλία τών αρχαίων Ελλήνων φιλοσόφων, όσο και τη χριστιανική διδασκαλία, ξεκαθάρισαν τα θέματα και έκαναν την καλύτερη σύζευξη Ελληνισμού και Χριστιανισμού. Ο Μ. Βασίλειος, με σύγγραμμά του «Προς τους νέους», τους υποδεικνύει πώς μπορούν να ωφεληθούν από την αρχαία ελληνική φιλοσοφία, μιμούμενοι τις μέλισσες. Ο Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός δίνει στους νέους την εξής συμβουλή: Όπως από την τριανταφυλλιά παίρνουμε τα τριαντάφυλλα προσέχοντας να μην πληγωθούμε από τα αγκάθια της, έτσι και από τους αρχαίους Έλληνες φιλοσόφους θα παίρνουμε τα χρήσιμα, αποφεύγοντας τα εσφαλμένα. Μέτρον αληθείας ο Χριστός.

Θέλω να προσέξετε τούτο: Αυτή η σύζευξη, η αλληλοπεριχώρηση Ελληνισμού και Χριστιανισμού, που πραγματοποιήθηκε από τους μεγάλους Πατέρες τής Εκκλησίας κυρίως κατά τον 4ο αι. μ. Χ., {επισημαίνω ότι πραγματοποιήθηκε με Συνοδικές αποφάσεις, (τις Οικουμενικές Συνόδους), και με τη συμμετοχή εκατοντάδων επισκόπων από όλη τη γνωστή τότε οικουμένη (όχι από ένα άτομο)}, διαμόρφωσε την ταυτότητά μας ως Ελλήνων Χριστιανών Ορθοδόξων. Ήδη από τα χρόνια τού Βυζαντίου, από τον 9ο και 10ο αι., Βυζάντιο σήμαινε: ελληνόγλωσσος και ελληνότροπος Ορθόδοξος Χριστιανισμός.

Δείτε τώρα κάτι πολύ σημαντικό: Οι βάρβαροι και παγανιστικοί (ειδωλολατρικοί) λαοί τής ΒΑ Ευρώπης, οι οποίοι επέδραμαν εναντίον τού Βυζαντίου: οι Σλάβοι, οι Βούλγαροι, οι Ρουμάνοι, οι Ούγγροι, οι Ρώσοι, οι Ίβηρες και άλλοι, όλοι αυτοί, (οι ηγέτες τους), ζήτησαν από τους Βυζαντινούς αυτοκράτορες να στείλουν ιεραποστόλους στις χώρες τους, να διδάξουν την Ορθόδοξη χριστιανική πίστη στους λαούς τους και τελικά όλοι αυτοί οι λαοί ασπάστηκαν την Ορθοδοξία. Δεν παρέμειναν στον παγανισμό, ούτε ασπάστηκαν τον Καθολικισμό ή τον Μουσουλμανισμό.

Τρανές μαρτυρίες αυτού του γεγονότος είναι πρώτον, ότι οι χώρες αυτές παραμένουν Χριστιανικές, δεύτερον, το κυριλλικό αλφάβητο, που χρησιμοποιούν μέχρι σήμερα οι Σλάβοι και οι Ρώσοι, {το αλφάβητο που επινόησε, με βάση το ελληνικό αλφάβητο, ο Κύριλλος (και ο Μεθόδιος, αδέλφια από τη Θεσσαλονίκη), για να μεταφράσουν στις προφορικές γλώσσες τών λαών αυτών τα ιερά βιβλία τού Χριστιανισμού}, και τρίτον, τα αντιπροσωπευτικά μοναστήρια τών λαών αυτών στο (Βυζαντινό) Άγιο Όρος: το σερβικό, το βουλγαρικό, το ρουμανικό, το ρωσικό, το γεωργιανό (μονή Ιβήρων).

Γράφω λίγο παραπάνω ότι αυτή η σύζευξη Ελληνισμού και Χριστιανισμού διαμόρφωσε την ταυτό-τητά μας ως Ελλήνων Χριστιανών Ορθοδόξων. Τρανή απόδειξη αυτού είναι τούτο: Κάθε κοινότητα, κάθε γειτονιά (σε μικρές ή σε μεγάλες πόλεις) έχει και την εκκλησιά της, τον ναό της. Οι άνθρωποι συγκατοικούν με τον Χριστό, με την Παναγία, με τους αγίους. Τους έχουν πολιούχους και συμπολίτες, συμπαραστάτες και στηρίγματα στις δυσκολίες τής ζωής. Στηρίγματα όχι θεωρητικά, ψυχολογικά, θρησκοληπτικά, αλλά πραγματικά, βεβαιωμένα από πολλές προσωπικές εμπειρίες και από ιστορικές μαρτυρίες όλων των κατοίκων. Οι κάτοικοι της Κέρκυρας, του Αιγίου, του Ορχομενού, των Φιλιατρών, όλης της Ελλάδας, έχουν να διηγηθούν σωτήριες επεμβάσεις τής Παναγίας και των αγίων.

Οι Έλληνες έχουν γείτονες τους αγίους τους. Δείτε στο Άνω Βαθύ και στους Μυτιληνιούς τής Σάμου, (για να μην πάω στη Φολέγανδρο, που μου έκανε εντύπωση, και σε άλλα μέρη), πόσοι ναοί είναι κοντά-κοντά. Για να μη μιλήσω και για τα αναρίθμητα εξωκλήσια που τα έχτιζαν οι άνθρωποι στις εξοχές, στους χώρους που εργάζονταν ή και μέσα στο κτήμα τους, όπως στη Μύκονο ή στη Σάμο.

Κέντρο τής όλης ζωής τών Ελλήνων είναι το ετήσιο χριστιανικό εορτολόγιο. Οι μεγάλες χριστιανι-κές γιορτές (Χριστούγεννα, Πάσχα, Δεκαπενταύγουστος), οι ονομαστικές μας εορτές, οι αργίες μας, τα έθιμά μας, αυτό το νόημα της ζωής μας, όλα είναι χριστιανικά. Διατηρούμε, ωστόσο, και πάρα πολλά αρχαιοελληνικά (μη χριστιανικά) έθιμα. Έθιμα που σχετίζονται με τη γονιμότητα, την καλοτυχιά, την αβασκανία, την αποτροπή του κακού κ. ά. Έθιμα χωρίς ουσιαστικό περιεχόμενο τα περισσότερα, κατά-λοιπα προλήψεων και δεισιδαιμονιών. Η Εκκλησία, καλώς, έδειξε κάποια ανοχή στο θέμα αυτό.

Και κάτι τελευταίο. Έχοντας επίγνωση και συνείδηση της αξίας τής Ελληνικότητας, επιτρέψτε μου να πω ότι ο Ελληνισμός είναι ένα «νόμισμα» σεβαστό μεν, αλλά έχει πέραση μόνο στην παρούσα ζωή. Ο Χριστιανισμός είναι «συνάλλαγμα» με παγκόσμια και ουράνια αξία. Έχει πέραση και σ’ αυτή τη ζωή, αλλά και στη μετά θάνατον ζωή. Είναι σαν τον χρυσό, που έχει πάντα αδιαμφισβήτητη αξία.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ: Ο Ελληνισμός εγκολπώθηκε τον Χριστιανισμό ελεύθερα, διότι αναγνώρισε την αξία του. Ο Χριστιανισμός δανείστηκε από τον Ελληνισμό τη γλώσσα του και την παιδεία του και έγινε έτσι ελληνόγλωσσος και ελληνότροπος. Από τη σύγκρασή τους προέκυψε ο ελληνοχριστιανικός πολιτισμός, ο οποίος ακτινοβόλησε ιδιαίτερα κατά τα χρόνια τού Βυζαντίου, και διαμόρφωσε την ταυ-τότητά μας. Ο Χρόνος δικαίωσε αυτόν τον «γάμο», ίσως διότι τον είχε ευλογήσει ο Χριστός.

Τέλος