ΆρθραΘεολογικά

Ελληνισμός – Χριστιανισμός | Μέρος 4ο

Του συγγραφέα Γιάννη Β. Παπαναστασίου

Είδαμε στο προηγούμενο άρθρο μου ότι τον 2ο αι. μ. Χ. οι ίδιοι οι Έλληνες αλλά και Ελληνιστές, κάποιοι από τους φιλοσόφους, έκαναν την προσπάθεια εκχριστιανισμού τού Ελληνισμού. Ο εκχριστιανισμός αυτός δεν ήταν μια άρνηση του Ελληνισμού, αλλά μια μεταμόρφωσή του. Ο Ελληνισμός ζητούσε να πάρει από τον Χριστιανισμό ό,τι καλό εύρισκε σ’ αυτόν. Ταυτόχρονα, πολλοί Απολογητές έδειχναν σεβασμό στις βασικές αλήθειες της χριστιανικής πίστης και απέρριπταν κάθε ελληνική διδασκαλία που ήταν αντίθετη σ’ αυτές. Ωστόσο, οι Απολογητές, στην προσπάθειά τους να εναρμονίσουν την χριστιανική διδασκαλία με την ελληνική φιλοσοφία, διέπραξαν και σφάλματα. Ανθρώπινο ήταν και επόμενο ήταν. Έριξαν έτσι τα σπέρματα τρομερών αιρέσεων, οι οποίες ταλαιπώρησαν την Εκκλησία τον 3ο και τον 4ο αιώνα, χωρίς βέβαια να είναι οι ίδιοι αιρετικοί.

Ως σπουδαιότεροι από τους Απολογητές αναφέρονται: ο Κορδάτος (Μικρασιάτης), ο Αριστείδης (Αθηναίος), ο Ιουστίνος (Παλαιστίνιος), ο Τατιανός (Σύρος), ο Μιλτιάδης (Μικρασιάτης), ο Απολλινάριος (επίσκοπος Ιεραπόλεως Φρυγίας), ο πολύς Αθηναγόρας (Αθηναίος), ο Θεόφιλος (επίσκοπος Αντιοχείας), ο Μελίτων (επίσκοπος Σάρδεων). Οι πιο πολλοί ήταν Έλληνες και κάποιοι ήταν Ελληνιστές.

Αξίζει να γίνει ιδιαίτερος (σύντομος) λόγος για τον Ιουστίνο, που θεωρείται και ο σπουδαιότερος από τους Απολογητές. Ο Ιουστίνος (103; – 165 μ. Χ.), Παλαιστίνιος Ελληνιστής, (λατινικής καταγωγής και εθνικός), φιλόσοφος και μάρτυρας, μελέτησε αρχικά τούς στωικούς φιλοσόφους, τους περιπατητικούς (Αριστοτελικούς) και τους πυθαγόρειους. Απογοητευμένος από όλους προχώρησε στη μελέτη τού Πλάτωνα. Στη συνέχεια μελέτησε τους προφήτες τής Π. Διαθήκης και μερικά από τα βιβλία τής Κ. Διαθήκης. Όπως ομολόγησε ο ίδιος, έγινε χριστιανός, διότι διαπίστωσε ότι στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού επαληθεύτηκαν όλες οι προφητείες τής Π. Διαθήκης. Επομένως, ο Ιησούς Χριστός ήταν ο επηγγελμένος από τους Ισραηλίτες προφήτες Μεσσίας. Μαρτύρησε στη Ρώμη, όπου είχε ιδρύσει φιλοσοφική σχολή, σε έναν από τους διωγμούς κατά των χριστιανών, το έτος 165 μ. Χ. Ο Ιουστίνος ανα-γνώριζε ότι ο στωικισμός είναι μια σπουδαία ηθική διδασκαλία, αλλά ότι οι υλιστικές, οι πανθεϊστικές και οι μοιρολατρικές αντιλήψεις του, (π. χ. «το πεπρωμένον φυγείν αδύνατον»), είναι απαράδεκτες.

Αυτά τα πολύ λίγα σχετικά με τους Απολογητές, οι οποίοι ήταν οι πρώτοι, και μάλιστα από την πλευρά τών Ελλήνων, που προσπάθησαν να εναρμονίσουν τη χριστιανική διδασκαλία με την ελληνική φιλοσοφία, δηλαδή να εκχριστιανίσουν τον Ελληνισμό. Όπως ανέφερα και στο προηγούμενο άρθρο μου, η προσπάθειά τους και η προσφορά τους ήταν σημαντική.

Η συνάντηση του Χριστιανισμού με τον Ελληνισμό έγινε σε δύο συγκεκριμένα θέματα: Πρώτον, στο θέμα της ορολογίας, και δεύτερον, στο θέμα της απάντησης στα υπαρξιακά, οντολογικά και κοσμολογικά ερωτήματα.

1. Οι Πατέρες τής Εκκλησίας, από τον 2ο μ. Χ. και εξής και κυρίως τον 4ο αιώνα, κάτοχοι της ελληνικής παιδείας, χρησιμοποίησαν λέξεις-όρους τής ελληνικής φιλοσοφίας, προκειμένου να ορίσουν και να οριοθετήσουν χριστιανικές έννοιες και χριστιανικά δόγματα. Ιδιαίτερα αυτό έγινε κατά τις συνεδριάσεις τών Οικουμενικών Συνόδων, όπου αντιμετώπιζαν αιρετικές διδασκαλίες, οι οποίες, όπως προανέφερα, είχαν προκύψει από φιλοσοφικές δοξασίες. Η συζητήσεις και οι αντιπαραθέσεις γίνονταν σε υψηλότατο θεολογικό και φιλοσοφικό επίπεδο, σε γλώσσα και όρους τής φιλοσοφίας.

Έτσι, λέξεις-έννοιες της ελληνικής φιλοσοφίας, όπως: υπόσταση, πρόσωπο, εικόνα, Είναι, όν, ουσία, φύση, ενέργεια, πνεύμα, πειρασμός, αμαρτία και άλλες, χρησιμοποιήθηκαν από τους Πατέρες τής Εκκλησίας για να εκφράσουν χριστιανικές έννοιες ή χρησιμοποιήθηκαν με παραπλήσια σημασία από την αρχαιοελληνική, όπως οι λέξεις: πνεύμα, πειρασμός, αμαρτία  κ. ά.

Η ελληνική φιλοσοφία και η ρητορική είχαν καλλιεργήσει την ελληνική γλώσσα και την είχαν καταστήσει γλώσσα υψηλής δηλωτικότητας σημασιών και σημασιολογικών αποχρώσεων, γλώσσα περιωπής. Οι Πατέρες τής Εκκλησίας, οι οποίοι είχαν σπουδάσει στην Αθήνα και σε άλλα ελληνικά ή ελληνιστικά κέντρα, (Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, Αντιόχεια της Συρίας, Καισάρεια της Καππαδοκίας, Καισάρεια της Παλαιστίνης κ. ά.), πολλές από τις επιστήμες τής εποχής εκείνης, όπως: φιλοσοφία, ρητορική, μαθηματικά, αστρονομία, ιατρική κ. ά., αναγνωρίζοντας αυτό ακριβώς, χρησιμοποίησαν αυτή την υψηλού επιπέδου γλώσσα, για να εκφράσουν τις υψηλότατες χριστιανικές έννοιες που ανα-φέρονταν στην «υπέρ λόγον και έννοιαν», την υπέρλογη, την απερινόητη τριαδική Θεότητα.

2. Όσον αφορά τα υπαρξιακά, οντολογικά και κοσμολογικά ερωτήματα, (όπως: Τι είναι ύπαρξη; Τι είναι το Είναι; («Τι το ον;»). Τι είναι η ουσία και το νόημα του κόσμου; Πώς δημιουργήθηκε ο κόσμος; Τι είναι ο άνθρωπος; Τι είναι το κακό που υπάρχει στον κόσμο; κλπ), έχω γράψει ήδη στο προη-γούμενο άρθρο μου, ότι οι φιλόσοφοι έδιναν διαφορετικές απαντήσεις· αυτό που νόμιζε ο καθένας. Νόμιζε, δεν γνώριζε. Ο Χριστός όμως έδωσε τις σωστές, τις αληθινές απαντήσεις, διότι αυτός γνώριζε την αλήθεια, αφού αυτός ήταν και ο μόνος «ο εκ του ουρανού καταβάς», επομένως και ο μόνος που γνώριζε τι συμβαίνει στον ουρανό, δηλαδή στον πνευματικό κόσμο. «Ουδείς αναβέβηκεν εις τον ουρανόν ει μη ο εκ του ουρανού καταβάς, ο υιός του ανθρώπου ο ων εν τω ουρανώ», (Ιωάν. γ΄, 13). {Δηλαδή, κανείς δεν έχει ανεβεί στον ουρανό, εκτός από εκείνον που κατέβηκε από τον ουρανό, και αυτός είναι ο υιός τού ανθρώπου, (ο Ιησούς Χριστός, ο οποίος από υιός τού Θεού έγινε υιός ανθρώπου, της Μαρίας), ο οποίος, ενώ είναι στη Γη, είναι ταυτόχρονα και στον ουρανό}.

Αυτά, πολύ περιληπτικά, όσον αφορά τα δύο θέματα στα οποία κυρίως έγινε η συνάντηση του Ελληνισμού με τον Χριστιανισμό. Θεωρώ πολύ χρήσιμο, στη συνέχεια, να συγκρίνουμε τη διδασκαλία τών αρχαίων Ελλήνων φιλοσόφων με τη διδασκαλία τού Χριστιανισμού, σε ορισμένα βασικά θέματα, για να δούμε τις διαφορές και να κρίνουμε την κάθε πλευρά.

1. Έχω ξαναγράψει ότι, ενώ οι αρχαίοι Έλληνες ως λαός και ως πόλεις-κράτη ήταν πολυθεϊστές (πίστευαν και λάτρευαν τους Δώδεκα θεούς τού Ολύμπου), οι φιλόσοφοι ήταν μονοθεϊστές· πίστευαν ότι ο θεός είναι ένας. Ο Αντισθένης έλεγε χαρακτηριστικά: «Κατά νόμον είναι πολλούς θεούς, κατά δε φύσιν ένα», (δηλ., σύμφωνα με τη γνώμη τών νομοθετών υπάρχουν πολλοί θεοί, στην πραγματικότητα όμως υπάρχει ένας θεός).

Ο θεός όμως των φιλοσόφων δεν είχε καμία σχέση με τον τριαδικό χριστιανικό Θεό. Ο θεός τών φιλοσόφων ήταν άγνωστος, απρόσωπος, απροσδιόριστος και ακοινώνητος. Ο τριαδικός Θεός είναι γνωστός, (μάς τον αποκάλυψε ο Ιησούς Χριστός), είναι «ένας», («Πιστεύω εις ένα Θεόν …»), αλλά δεν είναι «μόνος» ούτε είναι ακοινώνητος. Ο Θεός είναι τρισυπόστατος· τρεις υποστάσεις, τρία πρόσωπα,  — Πατήρ, Υιός και Άγιο Πνεύμα –, ωστόσο, μία ουσία, μία φύση, μία θεότης. Ο Θεός είναι κοινωνία τριών προσώπων. Είναι αλληλοπεριχώρηση προσωπικών υποστάσεων σε κοινωνία αγάπης. Ο Ιησούς Χριστός μάς αποκάλυψε αυτό που κανένας φιλόσοφος και κανένας μύστης άλλης θρησκείας δεν μπόρεσε να διανοηθεί ή να φανταστεί. Το τρισυπόστατο της Θεότητας.

Να προσθέσω ακόμη ότι οι θεοί τών αρχαίων Ελλήνων, καθώς ήταν ανθρώπινες επινοήσεις, είχαν όλες τις ανθρώπινες αδυναμίες: εγωισμούς, ζήλιες, συγκρούσεις, συμπάθειες, αντιπάθειες, συμφέροντα, εκδικητικότητα, πονηρίες, ακολασία. Δεν ήταν παντοδύναμοι, δηλαδή κυρίαρχοι σε όλα, διότι υποτάσσονταν στη δύναμη της ανάγκης· η ανάγκη ήταν πιο δυνατή από τους θεούς. Αυτό εκφράζει η φράση, «ανάγκα και θεοί πείθονται», (δηλαδή, στη δύναμη της ανάγκης υποτάσσονται και οι θεοί).

Αντίθετα, ο χριστιανικός Θεός δεν έχει αυτές τις αδυναμίες. Διδάσκει την αγάπη, τη συγχωρητικότητα και την ανεκτικότητα· «ανεχόμενοι αλλήλων εν αγάπη». Ιδιαίτερα δεν ανέχεται την ακολασία, αλλά προβάλλει και απαιτεί την αγιότητα· «άγιοι γίνεσθε, ότι εγώ άγιος ειμί», (Α΄ Πέτρου,  α΄, 16).

2. Ως προς το κοσμολογικό ζήτημα, κάποιοι αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι πίστευαν και δίδασκαν ότι ο κόσμος είναι αιώνιος, χωρίς αρχή και χωρίς τέλος. Ο Ηράκλειτος π. χ. έλεγε: «Κόσμον τόνδε, … ούτε τις θεών ούτε ανθρώπων εποίησεν, αλλά ην αεί και έστιν και έσται …».

Ωστόσο, σύμφωνα με τη χριστιανική διδασκαλία ο κόσμος δεν είναι αυθύπαρκτος, αυθυπόστατος και αυτεξούσιος. Ο Θεός δημιούργησε τον κόσμο και μάλιστα «εκ του μη όντος», (από την ανυπαρξία, εκ του μηδενός), οπότε έχει αρχή, όπως θα έχει και τέλος (την συντέλεια του κόσμου). Αυτό ακριβώς διδάσκει και η σύγχρονη επιστήμη, με τη θεωρία τής Μεγάλης έκρηξης (Big Bang).

3. Άλλο θέμα: Το σώμα και η ψυχή τού ανθρώπου. Η μελλοντική ανάσταση των σωμάτων τών ανθρώπων είναι χριστιανική διδασκαλία. «Προσδοκώ ανάστασιν νεκρών και ζωήν τού μέλλοντος αιώνος», διδάσκει ο Χριστιανισμός. Ο απόστολος Παύλος γράφει ότι «πάντες αλλαγησόμεθα». Κατά τη Δευτέρα παρουσία τού Χριστού όλοι οι άνθρωποι θα έχουμε σώμα ανάλογο με το σώμα τού αναστημένου Χριστού. Οι αρχαίοι φιλόσοφοι δεν το είχαν διανοηθεί αυτό, ούτε ήταν εύκολο να το αποδεχτούν, όπως δεν αποδέχονταν και τη σάρκωση, την ενανθρώπιση και την ανάσταση του Θεού.

Η χριστιανική διδασκαλία δεν περιφρονεί ούτε απορρίπτει το σώμα, ως φυλακή τής ψυχής, όπως έλεγε ο Πυθαγόρας, ο Πλάτων κι άλλοι φιλόσοφοι, αλλά θεωρεί τον άνθρωπο ως ενιαία ψυχοσωματική οντότητα. Η ψυχή δημιουργήθηκε από τον Θεό μαζί με το σώμα. Ο κάθε άνθρωπος αποτελεί μοναδική και ανεπανάληπτη ύπαρξη. Οι Ορφικοί, οι Πυθαγόρειοι, ο Εμπεδοκλής, ο Πλάτων και άλλοι δέχονταν τη μετενσωμάτωση και τη μετεμψύχωση. Οι Πατέρες τής Εκκλησίας τις απορρίπτουν.

Συνεχίζεται…