ΆρθραΘεολογικά

Ελληνισμός – Χριστιανισμός | Μέρος 3ο

Γράφει ο Συγγραφέας  Γιάννης Β. Παπαναστασίου

4. Συνάντηση ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ – ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΥ: Είδαμε στο προηγούμενο άρθρο ότι οι άρχοντες του Ιουδαϊσμού, (οι αρχιερείς, οι γραμματείς, οι Φαρισαίοι κλπ.), αντιτάχτηκαν στη διδασκαλία τών μαθητών τού Χριστού και εξαπέλυσαν διωγμό εναντίον τους. Έτσι οι μαθητές τού Χριστού, ως απόστολοι (απεσταλμένοι), έχοντας (1) την ευλογία τού αναστάντος Χριστού, {«καθώς απέσταλκέ με ο πατήρ, καγώ πέμπω υμάς», (Ιωάν. κ΄, 21)}, έχοντας δηλαδή το χάρισμα και το προνόμιο της διαδοχής τού Χριστού στο έργο τής διάδοσης της διδασκαλίας τού Θεού· (2) την εντολή τού Χριστού («πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τα έθνη»)· και (3) τις δωρεές τού Αγίου Πνεύματος κατά την ημέρα τής Πεντηκοστής, εγκατέλειψαν τα Ιεροσόλυμα και στράφηκαν προς τους γειτονικούς λαούς, προς τους εθνικούς, τους ειδωλολάτρες. Εκεί κήρυτταν το Ευαγγέλιο του Χριστού πρώτα στις εβραϊκές Συναγωγές και στη συνέχεια στους εθνικούς, {«Ιουδαίω τε πρώτον και Έλληνι», (Ρωμαίους α΄, 16)}.

Επειδή τα γεγονότα στα οποία αναφερόμαστε είναι ιστορικά, είναι χρήσιμο να τα εντάξουμε στις συντεταγμένες τής Ιστορίας, που είναι ο τόπος και ο χρόνος. Τοπικά βρισκόμαστε στην Παλαιστίνη και στη Συρία και γενικότερα στις χώρες που γειτονεύουν με τις ανατολικές ακτές τής Μεσογείου. Χρονικά βρισκόμαστε στα μέσα περίπου τού 1ου αι. μ.Χ., λίγα χρόνια μετά την ανάσταση του Χριστού.

Οι γενικότερες συνθήκες που επικρατούσαν την εποχή αυτή στον τότε γνωστό κόσμο ήταν οι εξής: Η απέραντη αυτοκρατορία τού Μ. Αλεξάνδρου είχε διαιρεθεί σε τέσσερα μεγάλα ελληνικά βασίλεια, στο καθένα από τα οποία ήταν βασιλιάς ένας στρατηγός τού Μ. Αλεξάνδρου. Στα βασίλεια αυτά διαδόθηκε και καλλιεργήθηκε η ελληνική γλώσσα και ο ελληνικός πολιτισμός. Ακόμη και όταν οι Ρωμαίοι κατέλαβαν τα βασίλεια αυτά, τον 2ο και τον 1ο αι. π. Χ., η ελληνική γλώσσα συνέχισε να είναι η διεθνής γλώσσα τής εποχής, καθώς στη σύγκρουσή της με τη λατινική βγήκε νικήτρια.

Η κυριαρχία τής ελληνικής γλώσσας και του ελληνικού πολιτισμού σε όλον τον τότε γνωστό κόσμο οδήγησαν τους μαθητές τού Χριστού, ως εκπροσώπους τού Χριστιανισμού, να χρησιμοποιήσουν τον Ελληνισμό ως όχημα και μέσον για τη διάδοση της διδασκαλίας τού Χριστού και την οργάνωση του Χριστιανισμού. Υπενθυμίζω ότι οι Εβραίοι – Ιουδαίοι τής Διασποράς δεν γνώριζαν Εβραϊκά· μιλούσαν Ελληνικά, ήταν «Ελληνιστές». Ελληνιστές λέγονταν οι ελληνόφωνοι Εβραίοι ή όσοι από τους Εβραίους είχαν και ελληνική παιδεία.

Έχει σημασία να αναφέρω ότι δύο από τους μαθητές τού Χριστού, ο Ανδρέας και ο Φίλιππος, είχαν ελληνικά ονόματα. Τα ονόματα και των επτά διακόνων ήταν ελληνικά. Ο απόστολος Παύλος είχε αποκτήσει και ελληνική παιδεία στην πατρίδα του την Ταρσό, πριν διδαχτεί τον Ιουδαϊσμό στα Ιεροσόλυμα και γίνει ραβίνος, όπως αποδεικνύεται από την αναφορά που έκανε σε Έλληνες ποιητές και στωικούς φιλοσόφους, (Επιμενίδη, Άρατο και Κλεάνθη), κατά την ομιλία του στην Αθήνα, στον Άρειο Πάγο. Η Ταρσός ήταν ένα από τα τέσσερα σπουδαιότερα ελληνιστικά κέντρα τής Ανατολικής Μεσογείου και είχαν ιδρύσει εκεί σχολή οι στωικοί φιλόσοφοι, με σπουδαίο δάσκαλο τον Αθηνόδωρο.

Για όλους αυτούς τους λόγους, οι ευαγγελιστές, οι απόστολοι και οι μαθητές τού Χριστού, (εκ των δώδεκα και εκ των εβδομήκοντα), έγραψαν όλα τα βιβλία τού Χριστιανισμού, 27 βιβλία, (Ευαγγέλια, Πράξεις Αποστόλων, Επιστολές, Αποκάλυψη), στην ελληνική γλώσσα. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο απόστολος Παύλος έγραψε στα Ελληνικά ακόμη και την επιστολή που απηύθυνε στους Εβραίους, (και όχι στα Εβραϊκά), και την προς Ρωμαίους επιστολή, πάλι στα Ελληνικά, (και όχι στα Λατινικά).

Ο Χριστιανισμός, λοιπόν, δανείστηκε από τον Ελληνισμό το κύριο όπλο του που ήταν η ελληνική γλώσσα. Ταυτόχρονα, για την οργάνωση της Εκκλησίας του, υιοθέτησε τον τρόπο με τον οποίο ήταν οργανωμένη η πολιτική και κοινωνική ζωή τών Ελλήνων. Ο όρος Εκκλησία είναι δανεισμένος από την πολιτική ζωή τών Ελλήνων. («Η Εκκλησία τού Δήμου»). Οι χριστιανοί τής πρώτης κοινότητας στα Ιεροσόλυμα επέλεξαν την ελληνική λέξη Εκκλησία, για να ονομάσουν τη νέα σχέση κοινωνίας, την κοινωνία τών χριστιανών. Έτσι, η «Εκκλησία τού Δήμου» γίνεται «Εκκλησία τού Θεού».

Όχι μόνον η λέξη Εκκλησία, αλλά και οι βαθμοί τών κληρικών έχουν ελληνικά ονόματα. (1) Επίσκοπος (< επί σκοπόν· και σημαίνει: ο φρουρός, ο επιβλέπων, ο επιτηρητής). Στην αρχαία Ελλάδα υπήρχε αξίωμα, ο επίσκοπος, ο οποίος επέβλεπε τα οικονομικά τής πόλεως ή της Συμμαχίας ή επιτηρούσε άλλους τομείς τής δημόσιας ζωής. (2) Πρεσβύτερος (< πρέσβυς «γέρων»). Πρεσβύτερος σήμαινε: ο γεροντότερος. (3) Διάκονος (< διακονώ «υπηρετώ»)· αυτός που υπηρετούσε τον επίσκοπο και τον πρεσβύτερο κατά την τέλεση του Μυστηρίου τής Θείας Ευχαριστίας ή και άλλων ιεροπραξιών.

Είναι γνωστό ότι οι μαθητές τού Χριστού πορεύτηκαν προς όλους τους λαούς, τους εγγύς και τους μακράν· τους λαούς τής Ασίας, της Αφρικής  και της Ευρώπης. Δεν είναι ίσως χωρίς σημασία το ότι ο απόστολος Παύλος, ο «κλητός απόστολος», που υπήρξε «σκεύος εκλογής» τού Χριστού, ο 13ος Απόστολος, στρέφεται προς τον Ελληνισμό και γίνεται ο «απόστολος των εθνών». Από το έτος 45 έως το 61 πραγματοποιεί τρεις περιοδείες στον γεωγραφικό χώρο τού Ελληνισμού. Επισκέπτεται πόλεις στην Κύπρο, στη Μικρά Ασία, στην κυρίως Ελλάδα, όπου και ιδρύει χριστιανικές Εκκλησίες.

Κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 51 έως το 68 μ. Χ., που μαρτύρησε στη Ρώμη, ο απόστολος Παύλος έγραψε 14 επιστολές, τις οποίες απηύθυνε προς τους πιστούς Εκκλησιών τις οποίες ίδρυσε ο ίδιος, και προς τρεις συνεργάτες του. Είναι χαρακτηριστικό ότι από τις 14 επιστολές του, οι 12 απευθύνονται σε χριστιανούς ελληνικών πόλεων ή σε Έλληνες συνεργάτες του (οι 2 επίσκοποι).

Το κήρυγμα του αποστόλου Παύλου, η διδασκαλία τής νέας θρησκείας-Εκκλησίας γίνεται αποδεκτή από τους Έλληνες για δύο κυρίως λόγους: Πρώτον, διότι πείθονται ότι ο Ιησούς Χριστός ήταν ο υιός τού Θεού που έγινε άνθρωπος, δίδαξε τις αλήθειες τού Θεού, θανατώθηκε, αλλά και αναστήθηκε, και δεύτερον, από το ουσιαστικό, από το θεϊκό και πρωτόγνωρο περιεχόμενό της, — ανθρωπιά και δικαιοσύνη –, το οποίο ικανοποιούσε τα εσώτερα και τα ευγενέστερα συναισθήματα των ανθρώπων.

Οι Έλληνες φιλόσοφοι της εποχής εκείνης (στωικοί, επικούρειοι, σκεπτικοί κ. ά.), όπως αποδεικνύεται από την αντίδρασή τους στην ομιλία τού αποστόλου Παύλου στην Αθήνα, στον Άρειο Πάγο, που έγινε το έτος 49 μ. Χ., ενώ άκουσαν με ενδιαφέρον τη διδασκαλία τής νέας θρησκείας, αντέδρασαν και τον χλεύασαν, όταν τους είπε ότι ο Χριστός τρεις μέρες μετά το θάνατό του αναστήθηκε. Η ορθολογική σκέψη τους, που λειτουργούσε με ανθρώπινα κριτήρια και σύμφωνα με τους φυσικούς νόμους, δεν μπορούσε να δεχτεί ανάσταση νεκρού, έστω και αν αυτός ήταν ο Θεός. Αυτό ήταν κάτι που δεν είχε ξαναγίνει, και δεν το δέχονταν. Γι’ αυτό του είπαν: «Ακουσόμεθά σου πάλιν περί τούτου», (Πράξ. ιζ΄, 32). Για το περιεχόμενο της διδασκαλίας δεν εξέφρασαν αντιρρήσεις ή ενστάσεις. Ο Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης όμως πείστηκε, όπως και μερικοί άλλοι. Λίγοι, πάντως.

Η διδασκαλία τής νέας θρησκείας βρήκε απήχηση στους ανθρώπους, όχι διότι υπερασπίζεται τους φτωχούς και τους αδυνάτους, (τη γυναίκα, τους δούλους, τους άσημους), όπως ισχυρίζονται οι πολέμιοι του Χριστού. Βρήκε απήχηση σε όλα τα κοινωνικά στρώματα για το ουσιαστικό περιεχόμενό της. Είχε τη δυναμική τής θεϊκής της προέλευσης και των σημαντικών αληθειών που ευαγγελιζόταν.

Ο Χριστιανισμός δεν επιβλήθηκε στους Έλληνες από κάποια εξουσία ή με κάποιο καταναγκασμό. Οι Έλληνες τον εγκολπώθηκαν, τον έκαναν δικό τους, διότι ο Χριστιανισμός ανταποκρινόταν στις βαθύτερες αναζητήσεις τους. Αυτό θα το αναπτύξω στη συνέχεια.

Η πρώτη σημαντική εξέλιξη συνέβη σχετικά σύντομα. Λίγο μετά το 100 μ. Χ., και αφού είχαν γραφτεί όλα τα βιβλία τής Κ. Διαθήκης, (το τελευταίο, που είναι η «Αποκάλυψη του Ιωάννου», γράφτηκε το έτος 95 μ. Χ.), αρκετοί Έλληνες διανοούμενοι (φιλόσοφοι, ποιητές, ρήτορες κλπ.) ασπάζονται τον Χριστιανισμό και κάνουν τη χριστιανική διδασκαλία πιο ελκυστική στην ελληνική διανόηση της εποχής. Είναι οι λεγόμενοι ΑΠΟΛΟΓΗΤΕΣ. Ονομάστηκαν Απολογητές, επειδή απέστειλαν στους Ρωμαίους αυτοκράτορες του καιρού τους γραπτές απολογίες, με τις οποίες υπερασπίζονταν τους χριστιανούς. (Έχουν διασωθεί κάποιες από αυτές). Πληροφορούσαν τους αυτοκράτορες ότι ο Χριστιανισμός δεν είναι κάποιο εθνικό ή κοινωνικό επαναστατικό κίνημα εναντίον τού ρωμαϊκού κράτους, αλλά μια θρησκεία, από την οποία δεν κινδύνευε η εξουσία τους. Ακόμη, ανασκεύαζαν διάφορες κατηγορίες, ανυπόστατες, με τις οποίες οι ειδωλολάτρες συκοφαντούσαν τους χριστιανούς.

Οι νεότεροι αυτοί διανοούμενοι γνώριζαν τη διδασκαλία όλων των αρχαιότερων Ελλήνων φιλοσόφων. Η γενιά τους είχε τη δυνατότητα να γνωρίσει και τη χριστιανική διδασκαλία, αφού τα βιβλία τού Χριστιανισμού ήταν γραμμένα στην ελληνική γλώσσα. Η σύγκριση, ως γνωστόν, οδηγεί στην καλύτερη κρίση. Έτσι, προσχώρησαν στον Χριστιανισμό, διότι σ’ αυτόν εύρισκαν τις απαντήσεις σε όλα τα σημαντικά ερωτήματα που είχε θέσει η ελληνική φιλοσοφία, και στα οποία οι Έλληνες φιλόσοφοι έδιναν διαφορετικές απαντήσεις, πολλές φορές αντιτιθέμενες, και, πάντως, όχι πάντα πειστικές.

Ερωτήματα όχι μόνο θεωρητικά, διανοητικά, αλλά κυρίως υπαρξιακά, όπως το κοσμολογικό και το οντολογικό, που μόνον οι Έλληνες φιλόσοφοι με τον τρόπο τής σκέψεώς τους είχαν διατυπώσει, έπαιρναν απαντήσεις «μη ελληνικές» αλλά χριστιανικές. Ο γόνιμος αυτός διάλογος των ελληνικών ερωτήσεων, οι οποίες είχαν τεθεί κατά τους προηγούμενους αιώνες, και των χριστιανικών απαντήσεων άρχισε τον 2ο αι. μ. Χ. και ολοκληρώθηκε τον 4ο αι. που αποτελεί και τον «χρυσό αιώνα» τών Ελλήνων Πατέρων τής Εκκλησίας.

Συνεχίζεται…