ΆρθραΘεολογικά

ΔΕΚΑ ΕΚΑΤΟΜΜΥΡΙΑ…ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΙ

Γράφει ο Συγγραφέας Γιάννης Β. Παπαναστασίου      

Ο τίτλος του άρθρου φαίνεται ασαφής. Θα τον διευκρινίσω ευθύς αμέσως. Προσέξτε: Δεν μιλάει για δέκα εκατομμύρια χριστιανούς, αλλά για δέκα εκατομμύρια χριστιανισμούς. Ο τίτλος δεν υπαινίσσεται ότι υπάρχουν 10.000.000 χριστιανισμοί σε όλο τον κόσμο αλλά στην Ελλάδα. Παράξενα πράγματα φαίνεται ότι γράφω! Σας βεβαιώνω πως όχι. Θα συμφωνήσετε τελικά μαζί μου. Ας γίνω, λοιπόν, πιο συγκεκριμένος.

Στην Ελλάδα οι βαφτισμένοι χριστιανοί Ορθόδοξοι είμαστε 10.000.000. (Μπορεί να είμαστε και εννέα εκατομμύρια. Δεν ενδιαφέρει ο ακριβής αριθμός. Άλλο είναι αυτό που ενδιαφέρει. Απλά, χρησιμοποίησα στρογγυλό αριθμό, για να του δώσω τη μορφή μηνύματος, ή αλλιώς σλόγκαν). Ισχυρίζομαι, λοιπόν, ότι καθένας από εμάς τους Έλληνες χριστιανούς Ορθόδοξους έχει τον δικό του χριστιανισμό. Ο ένας δέχεται, δηλαδή πιστεύει αυτά, εκείνα και τα άλλα του χριστιανισμού, αλλά δεν δέχεται ετούτο. Ο άλλος δέχεται τα μεν, αλλά απορρίπτει τα δε. (Αποφεύγω να αναφέρω τι δεν δέχονται, για να μη δημιουργήσω σύγχυση στους πιστούς και στους απλούς ανθρώπους). Γενικεύοντας και χαριτολογώντας (με κάποια δόση υπερβολής) λέω ότι αυτού του είδους οι χριστιανισμοί είναι όσοι και οι Έλληνες.

Θα ρωτήσει εύλογα ο αναγνώστης: Γιατί συμβαίνει αυτό; Πώς εξηγείται;

Οι απαντήσεις στα ερωτήματα αυτά είναι πολλές. Θα προσπαθήσω να δώσω μερικές. Ασφαλώς θα έχετε κι εσείς κάποιες δικές σας απαντήσεις.

Πρώτον, οφείλεται στο χαρακτήρα τού Έλληνα. Ο Ελληνισμός από την αρχαιότητα εκφράστηκε με πολλές (φιλοσοφικές) σχολές σκέψης. Η έκφραση γνώμης και η δημιουργία «σχολών» σκέψης ήταν κάτι που καλλιεργούσε ιδιαίτερα ο Ελληνισμός, στα πλαίσια ενός πνεύματος ατομοκρατίας που χαρακτήριζε τους Έλληνες. Ο Έλληνας, και όταν έγινε χριστιανός, δεν έπαψε να διατηρεί τα χαρακτηριστικά τού Έλληνα.

Έτσι, ο Έλληνας έχει αυτόνομη σκέψη. Έχει προσωπική και ίδϊα (ιδιαίτερη) γνώμη για κάθε θέμα, για όλα τα θέματα. Αυτό, από μια άποψη είναι καλό, διότι αναγκάζεται να σκεφτεί και να προβληματιστεί. Το θέμα όμως είναι, αν έχει τις γνώσεις και την κριτική σκέψη που απαιτείται, για να εκτιμήσει σωστά, ιδιαίτερα τα εξειδικευμένα ή τα πολύπλοκα θέματα. Αποτέλεσμα αυτής της νοοτροπίας είναι να μην μπορούμε να συνεννοηθούμε και να συμφωνήσουμε ούτε για τα πολύ σημαντικά ζητήματα, ακόμα και για τα εθνικά μας θέματα.

Βέβαια, ο καθηγητής κ. Κωστής Ζουράρις, ο Θεσσαλονικιός, γνωστός και εξαιρετέος, (εξαιρετέος ακόμα και στην κατάληξη του επωνύμου του), χαιρετίζει τη νοοτροπία αυτή, με τη φράση: «γεια σου άρχοντα, Έλληνα», σε αντίθεση προς την νοοτροπία των δυτικοευρωπαίων, οι οποίοι πειθαρχούν αναντίρρητα στα κελεύσματα και στις αποφάσεις των ηγεσιών τους.

Δεύτερον, οφείλεται στην έλλειψη παιδείας. Ως λαός δεν έχουμε ουσιαστική παιδεία. Επιφανειακά πράγματα κατέχουμε. Πασαλείμματα. Λίγα απ’ όλα, πολλά και τίποτα. Εξάλλου, εμείς τα ξέρουμε όλα (ξερόλες). Η κα Ελένη Γλύκατζη – Αρβελέρ έχει πει το εξής χαρακτηριστικό: «Όταν ήμουν καθηγήτρια και πρύτανης στη Σορβόννη, στη Γαλλία, οι καθηγητές είχαμε παρατηρήσει ότι όλοι οι φοιτητές, από όλες τις χώρες τού κόσμου, έρχονταν στη Σορβόννη για να μάθουν κάτι∙ εκτός από τους Έλληνες, οι οποίοι έρχονταν για να μάθουν τα πάντα στους άλλους» (Κάν’ τον καλά τώρα τον Ζουράρι!)

Οι Έλληνες, λοιπόν, τα ξέρουμε όλα, γι’ αυτό και το χριστιανισμό τον κόβουμε και τον ράβουμε κοστούμι στα μέτρα μας ο καθένας. (Σιγά μη μου βγει εμένα ο χριστιανισμός από πάνω!) Αυτή είναι μια μεγάλη κατηγορία χριστιανών∙ το μεγαλύτερο ποσοστό.

Άλλη κατηγορία είναι εκείνοι οι συμπατριώτες μας οι οποίοι είναι οπαδοί κάποιας ιδεολογίας και χρησιμοποιούν τη χριστιανική διδασκαλία, (επιλέγοντας ορισμένα μέρη της χριστιανικής διδασκαλίας), στην υπηρεσία τής ιδεολογίας τους. Ο λόγος τού Χριστού αποτελεί ισχυρό άλλοθι για την υποστήριξη τής ιδεολογίας ή του ιδεολογήματος ή της ιδεοληψίας τού καθενός.

Μεγάλη ευθύνη έχουν και οι κληρικοί της Εκκλησίας μας, οι οποίοι, λόγω έλλειψης κεντρικής καθοδήγησης, παρουσιάζουν στους πιστούς τον δικό τους χριστιανισμό, όπως νομίζει ο καθένας. Άλλος είναι πολύ αυστηρός, άλλος λιγότερο αυστηρός, άλλος επιεικής και άλλος φιλελεύθερος.

Ένας άλλος πολύ σημαντικός λόγος είναι το παράδειγμα που δίνουν οι κληρικοί. Βέβαια, οι κληρικοί είναι άνθρωποι και υπόκεινται και αυτοί στην ανθρώπινη αδυναμία, αλλά, καλώς ή κακώς, δίκαια ή άδικα, τα όποια αρνητικά των κληρικών τα χρεώνεται η Εκκλησία και η χριστιανική πίστη. Σε πολύ μικρότερο ποσοστό η Εκκλησία πιστώνεται τα θετικά των κληρικών της. Ο πολύς κόσμος στέκεται στα αρνητικά και όχι στα θετικά.

Θέλω να κλείσω αυτό το άρθρο με ένα παράδειγμα ερμηνείας της διδασκαλίας του χριστιανισμού. Η Εκκλησία, με τις αποφάσεις των Οικουμενικών Συνόδων και με τη διδασκαλία των Πατέρων της, έχει εκπεφρασμένη αυθεντικά και καταγεγραμμένη τη διδασκαλία της. Δημιουργείται όμως μεγάλο πρόβλημα και σύγχυση στους ανθρώ-πους, όταν ερμηνεύουν τη διδασκαλία του Ευαγγελίου άνθρωποι μέσα από την οπτική της ιδεολογίας τους. [Εξάλλου, οι Έλληνες μιλούν ως ειδικοί πάνω στα εξής θέματα: την πολιτική, τη θρησκεία και το ποδόσφαιρο].

Tη δεκαετία του 1960 ταξίδευε με το τρένο, από την Καλαμάτα προς την Αθήνα, ο αρχιμανδρίτης Ιωήλ Γιαννακόπουλος. Λόγιος κληρικός και συγγραφέας. Το σημαντικότερο από τα συγγράμματά του είναι το πολύτομο έργο: «Ερμηνευτικά υπομνήματα στην Παλαιά Διαθήκη». Στην Καλαμάτα το όνομά του εμπνέει ακόμη σεβασμό. Στο διθέσιο κάθισμα του τρένου καθόταν μόνος του. Προφανώς, από σεβασμό στον κληρικό, δεν πήγαινε να καθίσει κανείς δίπλα του. Κατά τη διαδρομή, ένας επιβάτης κομμουνιστής, θεώρησε ότι ήταν ευκαιρία να πειράξει τον παπά. Πήγε και κάθισε δίπλα του. Έπιασε κουβέντα, και μετά από μερικές γενικές και εισαγω-γικές σκέψεις, θέλησε να κάνει το δάσκαλο στον παπά.

— «Και ο χριστιανισμός, πάτερ μου, κομμουνισμός είναι. Στον κοινωνικό τομέα δεν υπάρχει μεταξύ τους καμία διαφορά. Και οι δύο θέλουν ισότητα, αδελφοσύνη, κοινωνική δικαιοσύνη».

— «Υπάρχει, ωστόσο, μεταξύ τους κάποια διαφορά».

— «Ποια»;

— «Ο χριστιανισμός λέει στο χριστιανό: “Αν έχεις δύο χιτώνες, δώσε τον ένα στον αδελφό σου που δεν έχει και κρυώνει”. Ο κομμουνισμός λέει: “Έχεις δύο χιτώνες. Φέρε εδώ τον ένα”, και του τον παίρνει».

— «Και ποια είναι η διαφορά»;

— «Η διαφορά είναι η εξής: Ο χριστιανισμός σέβεται την ελευθερία του ανθρώπου, το αυτεξούσιό του, και του προτείνει, τον παρακαλεί να κάνει κάτι με τη θέλησή του, με τη συγκατάθεσή του, ελεύθερα και όχι με τη βία. Ο κομμουνισμός, όχι μόνο δεν σέβεται την ελευθερία τού ανθρώπου, αλλά θεωρεί τον άνθρωπο όργανό του, ένα πιόνι, στην επίτευξη των στόχων του κόμματος, γι’ αυτό τον συνθλίβει κάτω από την ολοκληρωτική μπότα του. Όπως καταλαβαίνεις, η διαφορά ανάμεσα στο χριστιανισμό και στον κομμουνισμό είναι όση η διαφορά της ημέρας από τη νύχτα».

Ανέφερα το πραγματικό αυτό περιστατικό, το οποίο μου διηγήθηκε ένα πνευματικοπαίδι του μακαριστού αρχιμανδρίτη, ως ένα παράδειγμα τού πώς ερμηνεύει κάποιος άσχετος το χριστιανισμό, και πώς κάποιος που γνωρίζει καλά τα θέματα.