ΆρθραΘεολογικά

Αλήθειες της πιστεώς μας

Γράφει ο Συγγραφέας Γιάννης Β. Παπαναστασίου

Θρησκεία και Εκκλησία δεν είναι ούτε ταυτόσημες ούτε συνώνυμες λέξεις-έννοιες. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο στον τίτλο τού άρθρου παρεμβάλλω μεταξύ των δύο λέξεων το σύμβολο (≠), το οποίο δηλώνει το διαφορετικό∙ όχι το ίσο.

Η λέξη θρησκεία είναι αρχαιοελληνική. Παράγεται από το ρήμα θρησκεύω, το οποίο σήμαινε: τιμώ το θεό ή τους θεούς και τελώ τα προβλεπόμενα της λατρείας. Για το ρήμα θρησκεύω δεν έχουμε σίγουρη ετυμολογική εξήγηση, γι’ αυτό τα λεξικά σημειώνουν ότι είναι αβέβαιου ετύμου.

Θρησκεία είναι, πρώτον, η πίστη σε ένα θεό (ή περισσότερους θεούς), άγνωστο και φανταστικό, (ως μία “Ανωτέρα Δύναμη”), και δεύτερον, οι λατρευτικές εκδηλώσεις των πιστών που συνδέονται με αυτή την πίστη.

Η πίστη, ως απλοϊκή θρησκευτική παραδοχή, προκύπτει από ένα συναίσθημα εξαρτήσεως του ανθρώπου από ένα υπερανθρώπινο ον, μία “Ανωτέρα Δύναμη”, το οποίο συναίσθημα αναγκάζει τον άνθρωπο να ρυθμίζει τις πράξεις του (να υποτάσσει τη βούλησή του) σύμφωνα με τις επιταγές τής “Ανωτέρας Δύναμης”, για να την εξευμενίζει και να έχει καλή προσωπική σχέση μαζί της (υπακοή ή υποταγή).

Η θρησκευτική πίστη, όπως υποστηρίζουν πολλοί φιλόσοφοι, αρχαίοι και σύγχρονοι, (είναι δυνατόν να) είναι έμφυτη στον άνθρωπο. Κανείς δεν μπορεί να το αποκλείσει. Από την ιστορία γνωρίζουμε ότι δεν υπάρχουν λαοί, δεν υπάρχουν άνθρωποι οι οποίοι να μην πιστεύουν σε κάτι∙σε μια “Ανωτέρα Δύναμη”. Ακόμη και αυτοί που δηλώνουν άθεοι έχουν τον δικό τους θεό∙ πιστεύουν σε κάτι. Θα το πω και με άλλο τρόπο: Στους επιβάτες ενός αεροπλάνου το οποίο πέφτει απότομα, επειδή βρέθηκε σε “κενό αέρος”, (όπως επικράτησε να λέγεται εσφαλμένα), δεν υπάρχει κανένας άθεος. Όλοι ζητούν τη βοήθεια μιας υπερφυσικής δύναμης να παρέμβει για να τους σώσει.

Κάποιοι από τους αρχαίους Έλληνες φιλοσόφους υποστήριξαν την άποψη ότι η θρησκευτική πίστη προκαλείται στον άνθρωπο από ένα έντονο αίσθημα φόβου. Όταν ο άνθρωπος βρίσκεται αντιμέτωπος με ισχυρότατα φυσικά φαινόμενα και καταστάσεις που δεν είναι σε θέση να αντιμετωπίσει, όπως: σεισμούς, ηφαίστεια, κεραυνούς, τσου-νάμια, θεομηνίες, τρικυμιώδη θάλασσα, ανεμοστρόβιλους ή επιδημίες, ασθένειες και το θάνατο, είναι επόμενο να φοβάται, και επειδή δεν μπορεί να τα εξηγήσει, τα θεοποιεί. Επειδή αυτά που φοβόταν ο πρωτόγονος άνθρωπος, οι πρωταρχικές κοινωνίες, ήταν πολλά, γι’ αυτό “κατασκεύαζαν”, επινοούσαν πολλούς θεούς. Άλλος ο θεός που εξαπέ-λυε τους κεραυνούς, άλλος εκείνος που προκαλούσε τους σεισμούς, άλλος τις τρικυμίες και τα τσουνάμια, άλλος τους ανέμους, και άλλοι όλα τα άλλα. Από τη στιγμή που οι άνθρωποι αναζητούν τρόπους να εξευμενίσουν αυτές τις προσωποποιημένες (σε θεούς) φυσικές δυνάμεις και να δηλώσουν υποταγή σ’ αυτές, έχουμε τη δημιουργία θρησκείας.

Έγραψα και σε προγενέστερο άρθρο μου, {με τίτλο: ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΥΤΟΣΥΝΕΙΔΗΣΙΑ (2ο), που δημοσιεύτηκε στις 7 Ιανουαρίου 2013}, ότι, ενώ οι αρχαίοι Έλληνες (ο λαός) ήταν πολυθεϊστές, πίστευαν στους δώδεκα (12) θεούς του Ολύμπου, και οι πόλεις-κράτη (η Αθήνα, η Σπάρτη, η Θήβα κλπ.) ήταν πολύ αυστηρές στην τήρηση της λατρείας τών πατρώων θεών, εντούτοις, όλοι οι αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι ήταν μονοθεϊστές. Πίστευαν δηλ. ότι ο θεός είναι ένας και τον ονόμαζαν με διαφορετικό όνο-μα ο καθένας, όπως: «Ον», «Λόγος», «Νους», «Πνεύμα», «Άπειρο», «Εν», «Παν» κ.ά.

Σε όλες τις θρησκείες οι άνθρωποι δεν γνωρίζουν το θεό. Κατασκευάζουν θεό ή θεούς και τους λατρεύουν, όπως έμαθαν από τους προγόνους τους ή όπως διδάχτηκαν από κάποιο σπουδαίο διδάσκαλο-μύστη τής φυλής τους, όπως συμβαίνει με το Βουδισμό, τον Κομφουκιανισμό, τον Ινδουισμό ή και με το Μουσουλμανισμό. Ο Βούδας (563-480 π.Χ.) και ο Κομφούκιος (551-479 π.Χ.) ήταν άνθρωποι. Δεν ισχυρίστηκαν ότι ήταν θεοί. Διατύπωσαν μια διδασκαλία την οποία υπέδειξαν στους ανθρώπους της φυλής τους ως ένα κοινωνικό συμβόλαιο, μια θρησκεία, για να μην είναι η κοινωνία τους …ζούγκλα. Κάτι ανάλογο συμβαίνει και με το Μουσουλμανισμό, καίτοι αυτός έχει και κάποια άλλα χαρακτηριστικά. Ο Μωάμεθ (570-632 μ.Χ.) δεν είπε ότι είναι θεός. Είπε ότι είναι προφήτης του Αλλάχ. Ο Αλλάχ είναι ο θεός. Ούτε ο Μωάμεθ είδε ή γνώρισε το Θεό. Τον φαντάστηκε και τον παρουσίασε με το δικό του τρόπο στους ανθρώπους.

Στο Χριστιανισμό τα πράγματα είναι διαφορετικά. Ο Χριστιανισμός δεν είναι θρησκεία∙ είναι Εκκλησία. Στο Σύμβολο τής πίστεως λέμε: «(Πιστεύω) Εις μίαν, αγίαν, καθολικήν και αποστολικήν Εκκλησίαν».

Δικαιολογημένα τώρα θα με ρωτήσετε:

— Γιατί; Ποια είναι η διαφορά ανάμεσα στη θρησκεία και στην Εκκλησία; Δείτε:

Στο Χριστιανισμό δεν κατασκεύασαν οι άνθρωποι κάποιο θεό, άγνωστο και φανταστικό. Ο ίδιος ο Θεός αποκαλύφτηκε, δηλαδή φανερώθηκε στους ανθρώπους. Με τη γέννηση του Ιησού Χριστού ως ανθρώπου και με τη διδασκαλία του γνωρίσαμε τον αληθινό Θεό στην πραγματική του υπόσταση. Ο Ιησούς Χριστός μάς αποκάλυψε αυτό που κανένας φιλόσοφος και κανένας μύστης θρησκείας δεν μπόρεσε να διανοηθεί ή να φανταστεί. Ο Θεός είναι τριαδικός, είναι τρισυπόστατος: Πατήρ – Υιός – Άγιο Πνεύμα. Τρία πρόσωπα, τρεις υποστάσεις, ωστόσο, μία ουσία, μία φύση, μία Θεότης. Η μία θεία ουσία έχει αυτούς τους τρεις τρόπους υπάρξεως. Την τριαδική κοινωνία προσώπων. Όχι τρεις αυτόνομες ατομικότητες, αλλά τρεις αυτοσυνείδητες και λογικές υποστάσεις τής Αιτιώδους Αρχής. Είναι αλληλοπεριχώρηση προσωπικών υποστάσεων σε κοινωνία αγάπης. {«Ο Θεός αγάπη εστί» (Α΄ Ιωάν. δ΄, 8,16)}

Ο θεός των φιλοσόφων ήταν άγνωστος, απροσδιόριστος, ακοινώνητος, απροσπέλαστος (απλησίαστος). Ο Χριστιανικός Θεός είναι αποκεκαλυμμένος, είναι γνωστός, και υποστασιάζεται σε τρία πρόσωπα. Είναι ο συγκαταβάς Θεός («συγκαταβαίνων ο Θεός τω γένει των ανθρώπων κατεδέξατω…»), είναι ο κενωθείς Θεός («εκένωσεν εαυτόν μορφήν δούλου λαβών»), είναι ο σταυρωθείς Θεός, είναι ο αναστάς Θεός. Είναι ο Υιός τού Θεού που έγινε υιός τού ανθρώπου, για να κάνει τον άνθρωπο υιό τού Θεού κατά χάριν.

Η λογική τού ανθρώπου αδυνατεί να κατανοήσει τα μεγαλεία τού Θεού. Ο Θεός είναι μυστήριο, είναι υπερβατικός, δηλαδή μας υπερβαίνει, ξεπερνά τις δυνατότητές μας να τον κατανοήσουμε. Αυτό που δεν κατανοούμε το ονομάζουμε δόγμα, δηλαδή κάτι που μας δίνεται, μας παραδίδεται ως αλήθεια. Υπάρχει και ισχύει ανεξάρτητα από το αν εμείς το κατανοούμε. Και δεν το κατανοούμε διότι εμείς λειτουργούμε με φυσικά μέτρα, με ανθρώπινη λογική, ενώ ο Θεός λειτουργεί με υπερφυσικά μέτρα, σε άλλη λογική, «υπέρ λόγον και έννοιαν». [Περισσότερα πάνω σ’ αυτά τα θέματα μπορείτε να βρείτε στο βιβλίο μου: ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΥΤΟΣΥΝΕΙΔΗΣΙΑ].

Εκκλησία, επομένως, είναι η πίστη στον αληθινό Θεό, τον οποίο γνωρίσαμε στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού. Από τη διδασκαλία τού Ιησού Χριστού προκύπτει ο τρόπος τής λατρείας τού Θεού και ο τρόπος σύμφωνα με τον οποίο ζει ο χριστιανός.